Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δένδρωμα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: δένδρωμα Medium diacritics: δένδρωμα Low diacritics: δένδρωμα Capitals: ΔΕΝΔΡΩΜΑ
Transliteration A: déndrōma Transliteration B: dendrōma Transliteration C: dendroma Beta Code: de/ndrwma

English (LSJ)

ατος, τό, = sq., Aq.1. Ki.22.6.

Greek (Liddell-Scott)

δένδρωμα: τό, =δόρυ, Ἀκύλ. 1, Βασιλ. 22. 6.

Spanish (DGE)

-ματος, τό arbusto, matorral Aq.1Re.22.6.

Greek Monolingual

δένδρωμα, το (Α)
ο δενδρώνας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δένδρον (πρβλ. δέσμωμα, δεσμός). Οι λέξεις δένδρωμα και δενδρών χρησιμοποιήθηκαν στους όψιμους χρόνους για να δηλώσουν τον δασωμένο τόπο].