Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δήλωση

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

η (AM δήλωσις) δηλώ
1. το να δηλώσει κάποιος κάτι, η γνωστοποίηση
2. εκδήλωση, ένδειξη
νεοελλ.
1. υπεύθυνη και επίσημη ανακοίνωση τών αρχών για πράγματα που ενδιαφέρουν τους πολίτες («δηλώσεις τὴς κυβερνήσεως»)
2. υπεύθυνη ανακοίνωση ιδιώτη προς κάποια αρχήδήλωση γεννήσεως, γάμου...»)
3. φρ. α) «δήλωση βουλήσεως», δικαιοπραξία
β) «υπεύθυνη δήλωση» — δήλωση ιδιώτη στις αρχές, έγγραφη, για οποιοδήποτε ζήτημα, με την προϋπόθεση ότι ο δηλών έχει την ευθύνη της αλήθειας της δηλώσεως και τιμωρείται αν αποδειχθεί ψευδής
γ) «δήλωσις πλειστηριασμού» — δημόσια διακήρυξη πλειστηριασμού
μσν.
επιγραφή, τίτλος
αρχ.
1. διαταγή, εντολή («ἀνευ τῆς τῶν ἀρχόντων δηλώσεως», Πλάτ.)
2. (ειδ. στην ΠΔ) η μετάφραση του εβραϊκού Urim («καὶ ἐπέθηκεν.. ἐπὶ τὸ λογεῖον τὴν δήλωσιν καὶ τὴν ἀλήθειαν», ΠΔ).