Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δίγαμμα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: δίγαμμα Medium diacritics: δίγαμμα Low diacritics: δίγαμμα Capitals: ΔΙΓΑΜΜΑ
Transliteration A: dígamma Transliteration B: digamma Transliteration C: digamma Beta Code: di/gamma

English (LSJ)

τό, indecl., Priscian.Inst.1.12, Donat.ad Ter.Andr.173: —also δίγαμμος

   A littera, Ter.Maur.163, cf. 645, and δίγαμμον (sc. στοιχεῖον) Quint.Inst.1.4.7, Prob.ad Verg.G.1.70:—digamma, Trypho Pass.11; δ. Αἰολικόν A.D.Pron.76.32,al.; described, though not named, by D.H.1.20: ὥσπερ γάμμα διτταῖς ἐπὶ μίαν ὀρθὴν ἐπιζευγνύμενον ταῖς πλαγίοις, ὡς φελένη καὶ φάναξ καὶ φοῖκος καὶ φαήρ.

German (Pape)

[Seite 614] τό, das Doppel-Gamma, Digamma (F), bei den Aeolern, Gramm.

Greek (Liddell-Scott)

δίγαμμα: τό, ἄκλιτον, Donat. ad. Terent. Andr. 1. 2, 2· ὡσαύτως δίγαμμος, littera, Terent. Maur. 163, πρβλ. 645· καὶ δίγαμμον (ἐνν. στοιχεῖον) Μακρόβ. π. Ρημ. 6. 13·‒ ὄνομα εὑρισκόμενον κατὰ πρῶτον παρὰ τοῖς γραμματικοῖς τῆς αʹ ἑκατονταετηρίδος (Τρύφων Mus. Critic. 1. σ. 34, Ἀπολλ. π. Ἀντ. σ. 366)· περιγραφόμενον, καίπερ μὴ ὀνομαζόμενον, ὑπὸ Διον. Ἁλ. 1. 20· ὥσπερ γάμμα διτταῖς ἐπὶ μίαν ὀρθὴν ἐπιζευγνύμενον ταῖς πλαγίαις, ὡς Ϝελένη καὶ Ϝάναξ καὶ Ϝοῖκος καὶ Ϝανήρ. Τὸ σχῆμα τοῦτο, ὅπερ εὑρίσκεται ἐν ἐπιγραφαῖς (ἴδε κατωτ.) καὶ ἐν χειρογράφοις, ὑπομιμνήσκει τὸ ὁμοιότατον γράμμα τῆς Λατινικῆς γλώσσης F, ἂν καὶ κατὰ τὸν ἦχον λέγεται ὅτι ἦτο πλησιέστερον πρὸς τὸ Λατιν. V, Πρισκιαν. 1. 4, 12. Ἀλλὰ τὸ Λατ. F ἔχει τὴν αὐτὴν ἐν τῷ ἀλφαβήτῳ θέσιν, ἣν τὸ Ἑβρ. vav (å), ὅπερ ὡς ἀριθμητικὸν = 6· καὶ ὅταν ἀναλογισθῶμεν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν σημεῖον πρὸς δήλωσιν τοῦ ἀριθμοῦ 6 ἦτο Ϛʹ, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία ὅτι τὸ στοιχεῖον τοῦτο (ὅπερ βραδύτερον ἐχρησίμευσε πρὸς δήλωσιν τῶν γραμμάτων στ) κατ᾿ ἀρχὰς παρίστανε τὸ δίγαμμα, ὅπερ τότε ἦτο τὸ ἕκτον γράμμα τοῦ Ἑλλ. ἀλφαβήτου. Ὁ αὐτοκράτωρ Κλαύδιος ἐπεχείρησε νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ γράμμα V διὰ τοῦ δίγαμμα καὶ ἔγραφεν αὐτὸ ὡς ἀνεστραμμένον F, ὡς: TERMINAℲIT, TRIVMℲIRI, κτλ., ἴδε Gruter σ. 196, 236, 238. Οἱ Γραμμ. ἐκάλεσαν αὐτὸ Αἰολικὸν δίγαμμα, ἴσως διότι ἐγένετο γνωστὸν εἰς αὐτοὺς διὰ τῶν Αἰολέων ποιητῶν· ὁ Ἀπολλ. (π. Ἀντων. σ. 366, 397) ἀναφέρει Ϝοι, ϝε, ϝεός (sibi, se, suus) ἐκ τῆς Σαπφοῦς καὶ τοῦ Ἀλκαίου, καὶ τὸ μέτρον ἀπαιτεῖ ϝοίνῳ, ϝαδέα παρ᾿ Ἀλκαίῳ 39· ϝειπῆν ἐν 54· ϝέσπερε ἐν Σαπφοῖ 96, κτλ.· οὕτως αὔως (δηλ. ἄϝως) φαίνεται ἀντὶ ἤως παρὰ Σαπφ. 11· καυάξαις (ἀντὶ κατϝάξαις) παρ᾿ Ἡσ., ἴδε ἐν λ. κατάγνυμι· αὐάτα (δηλ. ἀϝάτα) φαίνεται ἐν Πινδ. Π. 2. 51 (ἥτις εἶναι Αἰολικὴ ᾠδή)· καὶ διέμεινεν ἐν Βοιωτικαῖς ἐπιγραφαῖς μεταγενεστέρας ἐποχῆς, ϝοικία Συλλ. Ἐπιγρ. 1565, πρβλ. 1563b· ϝάστυ, 1569c. 3· ϝισοτελία 1563b· κωμαϝυδός, τραγαϝυδός, ῥαψαϝυδός, αὐλαϝυδὸς (ἀντὶ κωμαοιδὸς, ἢ κωμῳδός, κτλ.) 1583· ἴδε Ahrens π. Αἰολ. σ. 30 κἑξ., 169 κἑξ. ΙΙ. ὡσαύτως φαίνεται ἐν τῇ Δωρ. διαλέκτῳ ὡς αἰϝεὶ ἀντὶ αἰεὶ ἐν λίαν παλαιᾷ Κρισαίᾳ ἐπιγραφῇ (Συλλ. Ἐπιγρ. ἀρ. 1)· ϝίκατι ἀντὶ εἴκοσι, πεδάϝοικοι, ἀντὶ μέτοικοι, Διϝὶ ἀντὶ Διὶ (Jovi), ἐν παλαιαῖς Ἀργείαις ἐπιγραφαῖς (ἀριθ. 14, 18, 19, 29)· ἀλλὰ συχνότατα ἐν Λακωνικ., ἴδε Ahrens π. Δωρ. σ. 40 κἑξ. ΙΙΙ. πολλαχοῦ διετηρήθη ἐν τῇ Λατιν. καὶ ἄλλαις γλώσσαις, ἀφοῦ ἀπωλέσθη ἐν τῇ Ἑλληνικῇ, ὡς οἶνος vinum, οἶκος vicus, ἔργον Γερμ. Werke (ἀγγλ. work), ϝιδεῖν videre, κτλ.· ‒ ἐνίοτε ὡσαύτως πρὸ τοῦ ρ, ὡς ϝρήγνυμι frango, ἴδε Ahrens π. Αἰολ. σ. 33·‒- ὑπῆρχεν ὡσαύτως ἐν τῷ μέσῳ λέξεων, ὡς φαίνεται ἐν τοῖς ὠϝὸν, ovum, ὄϝις ovis, Δᾶϝος Davus, Πρισκιαν. 6. 13. IV. μετεβλήθη εἰς β ἔν τισι Λακωνικαῖς λέξεσιν, ὡς βαγός, βάννας, βείκατι, βέργον, βοῖνος, ἀντὶ ἀγός, ἄναξ, εἴκοσι, ἔργον, οἶνος, Ahrens π. Δωρ. σ. 44 κἑξ.·‒ ὑπάρχουσιν ὡσαύτως πολλαὶ Δωρικαὶ λέξεις ἀναφερόμεναι ὑπὸ τοῦ Ἡσυχίου μετ᾿ ἀρκτικοῦ γ, πιθανῶς κατὰ σφάλμα ἀντὶ τοῦ δίγαμμα, ὡς γανδάνειν, ἀντὶ ἁνδάνειν, γάδος ἀντὶ ἧδος, γέαρ ἀντὶ ἔαρ (ver), γέτος ἀντὶ ἔτος (ϝέτος ἀπαντᾷ ἐν τοῖς Ἡρακλεωτ. Πίν.), γεστία ἀντὶ ἑστία (Vesta), γοῖνος ἀντὶ οἶνος, κτλ., Ahrens αὐτόθι σ. 53 κἑξ.· ‒ περὶ τούτων καὶ ἄλλων μεταβολῶν τοῦ δίγαμμα ἴδε Curt. Gr. Et. σ. 511 (549) κἑξ. V. Ὅτι ὑπῆρχεν ὅτε τὰ πλεῖστα τῶν Ὁμηρικῶν ποιημάτων ἐποιήθησαν, πρῶτος παρετήρησεν ὁ Bentley· ὅρα ἀποσπάσματα τῆς πραγματείας αὐτοῦ ἐν Donaldson New Cratyl. 1. σ. 5 append, καὶ κατάλογον τῶν Ὁμηρ. λέξεων, ἐν αἷς τὸ μέτρον ἀπαιτεῖ τὸ γράμμα τοῦτο, ὅρα παρὰ Heyne Hom. 7 σ. 730 κἑξ. Ἀλλ᾿ εἶναι πιθανὸν ὅτι εἶχε περιέλθει εἰς ἀχρηστίαν, ὅτε τὰ Ὁμηρ. ποιήματα ἐλάμβανον τὴν παροῦσαν αὐτῶν μορφήν· διότι πολλαχοῦ, ὡς κατὰ τὴν προσθήκην τοῦ ἐφελκυστικοῦ ν, λέξεις τινὲς προφανῶς ἠλλοιώθησαν δι᾿ ἄγνοιαν τῆς ὑπάρξεως τοῦ δίγαμμα, ὡς ἐν Ἰλ. Α. 14, 83, 110, 151, κτλ.· καὶ ὑπάρχουσιν ἄλλαι περιπτώσεις, καθ᾿ ἃς ἡ ὕπαρξις τοῦ δίγαμμα φαίνεται ἀγνοουμένη ὥστε ἡ εἰς στίχους διαίρεσις ἐγένετο ὅτε τὸ γράμμα τοῦτο δὲν ἦτο πλέον ἐν χρήσει, ὡς Α. 64, 106, 203, κτλ. Ἴδε Monro, Hom. Gr. § 388 κἑξ.

French (Bailly abrégé)

(τό) :
indécl.
digamma ou double gamma, ancien Ϝ grec ayant le son du w anglais.
Étymologie: δίς, γαμμα.

Spanish (DGE)

τό

• Morfología: [indecl.]
la letra digamma προστίθεται δὲ τὸ δ. παρά τε Ἴωσι καὶ Αἰολεῦσι Trypho Pass.1.11, Deli tuum d. uideram quizá como representación de sign. dud., Cic.Att.176.4, τὸ Αἰολικὸν δ. A.D.Pron.76.32, Priscian.Inst.1.12, τὸ παρὰ τοῖς Βοιωτοῖς καὶ Αἰολεῦσι λεγόμενον δ. Sch.D.T.186.22, cf. 34.17, d. utimur et scribimus Donat.Ter.An.173.

Greek Monolingual

(άκλιτο) και δίγαμμος και δίγαμμον (ενν. στοιχείο), το (ΑΝ)
το έκτο γράμμα (F) του αρχαιότατου ελληνικού αλφαβήτου, βαυ.

Russian (Dvoretsky)

δίγαμμα: τό indecl. дигамма, «двойная гамма» (арх. греч. буква F, близкая к неслоговому «и»).

Wikipedia EN

Digamma, waw, or wau (uppercase: Ϝ, lowercase: ϝ, numeral: ϛ) is an archaic letter of the Greek alphabet. It originally stood for the sound /w/ but it has remained in use principally as a Greek numeral for 6. Whereas it was originally called waw or wau, its most common appellation in classical Greek is digamma; as a numeral, it was called episēmon during the Byzantine era and is now known as stigma after the Byzantine ligature combining σ-τ as ϛ.

Digamma or wau was part of the original archaic Greek alphabet as initially adopted from Phoenician. Like its model, Phoenician waw, it represented the voiced labial-velar approximant /w/ and stood in the 6th position in the alphabet between epsilon and zeta. It is the consonantal doublet of the vowel letter upsilon (/u/), which was also derived from waw but was placed near the end of the Greek alphabet. Digamma or wau is in turn the ancestor of the Latin letter F. As an alphabetic letter, it is attested in archaic and dialectal ancient Greek inscriptions until the classical period.

The shape of the letter went through a development from Greek Digamma oblique.svg through Greek Digamma 05.svg, Greek Digamma angular.svg, Greek Digamma cursive 01.svg, Greek Digamma cursive 02.svg to Greek Digamma cursive 05.svg or Greek Digamma cursive 06.svg, which at that point was conflated with the σ-τ ligature Greek Digamma cursive 07.svg. In modern print, a distinction is made between the letter in its original alphabetic role as a consonant sign, which is rendered as "Ϝ" or its modern lowercase variant "ϝ", and the numeric symbol, which is represented by "ϛ". In modern Greek, this is often replaced by the digraph στ.

Wikipedia EL

Το δίγαμμα (Ϝ ϝ σε αρχαίες επιγραφές, μεταγενέστερα Ϛ ϛ μόνο ως αριθμός) πιθανώς ονομαζόμενο ως ϝαῦ (βαυ, ΔΦΑ: wau) αρχικά, ήταν το έκτο γράμμα σε πρώιμες μορφές του ελληνικού αλφαβήτου. Η φωνητική αξία του ήταν ένας ασθενής διχειλικός συμφωνικός φθόγγος, όπως το αγγλικό w (w). Ο φθόγγος αυτός υπέστη σίγαση νωρίς – πριν τον 8ο αιώνα π.Χ. – στις Ιωνικές και Αττικές διαλέκτους της αρχαίας ελληνικής, αλλά διατηρήθηκε για περισσότερο χρόνο σε άλλες διαλέκτους. Το γράμμα Ϝ εμφανίζεται σε επιγραφές μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ.

Πιθανολογείται ότι το αρχικό όνομα του γράμματος ήταν "ϝαῦ" ([wau]), κατά τη φωνητική του αξία και το ανάλογο φοινικικό γράμμα ουάου. Τη μεταγενέστερη ονομασία "δίγαμμα" οφείλει στο σχήμα του (δις + γάμμα – διττό, διπλό, δύο φορές γάμμα).

Την ύπαρξη του δίγαμμα στον Όμηρο κατέδειξε ο Άγγλος φιλόλογος Μπέντλεϊ, εξηγώντας πλήθος μετρικών ανωμαλιών και χασμωδιών στη γλώσσα των ομηρικών επών, που οφείλονταν στην απουσία του γράμματος κατά τη καταγραφή των επών με το κλασσικό ευκλείδειο αλφάβητο των 24 γραμμάτων (σε χρήση από το 403 π.Χ. μέχρι σήμερα) που δεν περιείχε πλέον το δίγαμμα.

Στην παμφυλική διάλεκτο υπήρχε άλλο ένα γράμμα με αξία επίσης παρόμοια με το [v] ή [w], αλλά ξεχωριστό από το δίγαμμα, που είχε τη μορφή Ͷ και ενίοτε αναφέρεται σαν "παμφυλιακό δίγαμμα" σήμερα.

Στην τσακωνική γλώσσα ακούγονται μέχρι και σήμερα σε ορισμένες λέξεις απομεινάρια του αρχαίου αυτού φθόγγου που προφέρεται σήμερα [v].

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης το δίγαμμα, αφού ήταν έκτο στο αλφάβητο, συμβόλιζε τον αριθμό 6. Όταν αποβλήθηκε από το αλφάβητο, παρέμεινε σε χρήση με αυτήν την αριθμητική αξία. Κατά τον Μεσαίωνα υπέστη σύγχυση με το σύμπλεγμα στίγμα ("ϛ" = "στ"), του οποίου η τότε μορφή ήταν ίδια με τη μικρογράμματη μορφή του δίγαμμα και που εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για τον αριθμό 6 μέχρι σήμερα.

Το δίγαμμα, καθώς είχε διατηρηθεί στη μορφή του ελληνικού αλφαβήτου που χρησιμοποιήθηκε στην Κάτω Ιταλία, διατηρήθηκε και στο λατινικό που προέκυψε από αυτό, ως F f στην αντίστοιχη θέση (6ο) με το αρχαίο ελληνικό αλφάβητο.

Wikipedia FR

Digamma [(capitale: Ϝ, minuscule: ϝ) en grec δίγαμμα, c'est-à-dire gamma double] est une lettre archaïque de l'alphabet grec. Dérivé de la lettre wāu Phoenician waw.svg de l'alphabet phénicien, a été utilisée pour transcrire la consonne /w/ héritée de l’indo-européen commun. Il est l'ancêtre de la lettre F de l'alphabet latin. Appelé simplement « wau » dans les alphabets grecs archaïques, il note le son /w/ et est placé en 6e position, entre l'epsilon et le zêta. Son usage est attesté jusqu'à l'époque classique ; il cesse d'être utilisé lorsque le son /w/ disparaît de la langue grecque.

L'usage du digamma persiste dans la numération grecque où il désigne le nombre 6 ; tracé plus simplement Koppa intermediaire.png en onciale médiévale, il s'est confondu avec le stigma, ϛ, dont le tracé est semblable.

Translations

als: ϝ; arc: ϝ; ar: ديغما; ast: digamma; bar: digamma; be_x_old: дыгама; be: дыгама; bg: дигама; br: fau; ca: digamma; ckb: واو; cs: digama; cy: fau; da: digamma; de: Digamma; el: δίγαμμα; en: digamma; eo: digamo; es: ϝ; et: digamma; eu: vau; ext: digama; fa: واو; fi: digamma; fr: digamma; gd: fau; gl: digamma; he: דיגמא; hu: digamma; id: digama; is: dígamma; it: digamma; ja: ϝ; ko: ϝ; ku: wau; kv: дигамма; la: digamma; lt: digama; lv: digamma; mr: वाउ; nl: digamma; nn: digamma; no: digamma; oc: digamma; pl: digamma; pt: ϝ; ro: digama; ru: дигамма; simple: digamma; sk: digama; sl: digama; sv: digamma; sw: digamma; th: เวา; tr: digama; uk: дигамма; vi: digamma; war: digamma; wuu: ϝ; zh_min_nan: ϝ; zh_yue: ϝ; zh: ϝ