Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δίγαμμα

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: δίγαμμα Medium diacritics: δίγαμμα Low diacritics: δίγαμμα Capitals: ΔΙΓΑΜΜΑ
Transliteration A: dígamma Transliteration B: digamma Transliteration C: digamma Beta Code: di/gamma

English (LSJ)

τό, indecl., Priscian.Inst.1.12, Donat.ad Ter.Andr.173: —also δίγαμμος

   A littera, Ter.Maur.163, cf. 645, and δίγαμμον (sc. στοιχεῖον) Quint.Inst.1.4.7, Prob.ad Verg.G.1.70:—digamma, Trypho Pass.11; δ. Αἰολικόν A.D.Pron.76.32,al.; described, though not named, by D.H.1.20: ὥσπερ γάμμα διτταῖς ἐπὶ μίαν ὀρθὴν ἐπιζευγνύμενον ταῖς πλαγίοις, ὡς φελένη καὶ φάναξ καὶ φοῖκος καὶ φαήρ.

German (Pape)

[Seite 614] τό, das Doppel-Gamma, Digamma (F), bei den Aeolern, Gramm.

Greek (Liddell-Scott)

δίγαμμα: τό, ἄκλιτον, Donat. ad. Terent. Andr. 1. 2, 2· ὡσαύτως δίγαμμος, littera, Terent. Maur. 163, πρβλ. 645· καὶ δίγαμμον (ἐνν. στοιχεῖον) Μακρόβ. π. Ρημ. 6. 13·‒ ὄνομα εὑρισκόμενον κατὰ πρῶτον παρὰ τοῖς γραμματικοῖς τῆς αʹ ἑκατονταετηρίδος (Τρύφων Mus. Critic. 1. σ. 34, Ἀπολλ. π. Ἀντ. σ. 366)· περιγραφόμενον, καίπερ μὴ ὀνομαζόμενον, ὑπὸ Διον. Ἁλ. 1. 20· ὥσπερ γάμμα διτταῖς ἐπὶ μίαν ὀρθὴν ἐπιζευγνύμενον ταῖς πλαγίαις, ὡς Ϝελένη καὶ Ϝάναξ καὶ Ϝοῖκος καὶ Ϝανήρ. Τὸ σχῆμα τοῦτο, ὅπερ εὑρίσκεται ἐν ἐπιγραφαῖς (ἴδε κατωτ.) καὶ ἐν χειρογράφοις, ὑπομιμνήσκει τὸ ὁμοιότατον γράμμα τῆς Λατινικῆς γλώσσης F, ἂν καὶ κατὰ τὸν ἦχον λέγεται ὅτι ἦτο πλησιέστερον πρὸς τὸ Λατιν. V, Πρισκιαν. 1. 4, 12. Ἀλλὰ τὸ Λατ. F ἔχει τὴν αὐτὴν ἐν τῷ ἀλφαβήτῳ θέσιν, ἣν τὸ Ἑβρ. vav (å), ὅπερ ὡς ἀριθμητικὸν = 6· καὶ ὅταν ἀναλογισθῶμεν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν σημεῖον πρὸς δήλωσιν τοῦ ἀριθμοῦ 6 ἦτο Ϛʹ, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία ὅτι τὸ στοιχεῖον τοῦτο (ὅπερ βραδύτερον ἐχρησίμευσε πρὸς δήλωσιν τῶν γραμμάτων στ) κατ᾿ ἀρχὰς παρίστανε τὸ δίγαμμα, ὅπερ τότε ἦτο τὸ ἕκτον γράμμα τοῦ Ἑλλ. ἀλφαβήτου. Ὁ αὐτοκράτωρ Κλαύδιος ἐπεχείρησε νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ γράμμα V διὰ τοῦ δίγαμμα καὶ ἔγραφεν αὐτὸ ὡς ἀνεστραμμένον F, ὡς: TERMINAℲIT, TRIVMℲIRI, κτλ., ἴδε Gruter σ. 196, 236, 238. Οἱ Γραμμ. ἐκάλεσαν αὐτὸ Αἰολικὸν δίγαμμα, ἴσως διότι ἐγένετο γνωστὸν εἰς αὐτοὺς διὰ τῶν Αἰολέων ποιητῶν· ὁ Ἀπολλ. (π. Ἀντων. σ. 366, 397) ἀναφέρει Ϝοι, ϝε, ϝεός (sibi, se, suus) ἐκ τῆς Σαπφοῦς καὶ τοῦ Ἀλκαίου, καὶ τὸ μέτρον ἀπαιτεῖ ϝοίνῳ, ϝαδέα παρ᾿ Ἀλκαίῳ 39· ϝειπῆν ἐν 54· ϝέσπερε ἐν Σαπφοῖ 96, κτλ.· οὕτως αὔως (δηλ. ἄϝως) φαίνεται ἀντὶ ἤως παρὰ Σαπφ. 11· καυάξαις (ἀντὶ κατϝάξαις) παρ᾿ Ἡσ., ἴδε ἐν λ. κατάγνυμι· αὐάτα (δηλ. ἀϝάτα) φαίνεται ἐν Πινδ. Π. 2. 51 (ἥτις εἶναι Αἰολικὴ ᾠδή)· καὶ διέμεινεν ἐν Βοιωτικαῖς ἐπιγραφαῖς μεταγενεστέρας ἐποχῆς, ϝοικία Συλλ. Ἐπιγρ. 1565, πρβλ. 1563b· ϝάστυ, 1569c. 3· ϝισοτελία 1563b· κωμαϝυδός, τραγαϝυδός, ῥαψαϝυδός, αὐλαϝυδὸς (ἀντὶ κωμαοιδὸς, ἢ κωμῳδός, κτλ.) 1583· ἴδε Ahrens π. Αἰολ. σ. 30 κἑξ., 169 κἑξ. ΙΙ. ὡσαύτως φαίνεται ἐν τῇ Δωρ. διαλέκτῳ ὡς αἰϝεὶ ἀντὶ αἰεὶ ἐν λίαν παλαιᾷ Κρισαίᾳ ἐπιγραφῇ (Συλλ. Ἐπιγρ. ἀρ. 1)· ϝίκατι ἀντὶ εἴκοσι, πεδάϝοικοι, ἀντὶ μέτοικοι, Διϝὶ ἀντὶ Διὶ (Jovi), ἐν παλαιαῖς Ἀργείαις ἐπιγραφαῖς (ἀριθ. 14, 18, 19, 29)· ἀλλὰ συχνότατα ἐν Λακωνικ., ἴδε Ahrens π. Δωρ. σ. 40 κἑξ. ΙΙΙ. πολλαχοῦ διετηρήθη ἐν τῇ Λατιν. καὶ ἄλλαις γλώσσαις, ἀφοῦ ἀπωλέσθη ἐν τῇ Ἑλληνικῇ, ὡς οἶνος vinum, οἶκος vicus, ἔργον Γερμ. Werke (ἀγγλ. work), ϝιδεῖν videre, κτλ.· ‒ ἐνίοτε ὡσαύτως πρὸ τοῦ ρ, ὡς ϝρήγνυμι frango, ἴδε Ahrens π. Αἰολ. σ. 33·‒- ὑπῆρχεν ὡσαύτως ἐν τῷ μέσῳ λέξεων, ὡς φαίνεται ἐν τοῖς ὠϝὸν, ovum, ὄϝις ovis, Δᾶϝος Davus, Πρισκιαν. 6. 13. IV. μετεβλήθη εἰς β ἔν τισι Λακωνικαῖς λέξεσιν, ὡς βαγός, βάννας, βείκατι, βέργον, βοῖνος, ἀντὶ ἀγός, ἄναξ, εἴκοσι, ἔργον, οἶνος, Ahrens π. Δωρ. σ. 44 κἑξ.·‒ ὑπάρχουσιν ὡσαύτως πολλαὶ Δωρικαὶ λέξεις ἀναφερόμεναι ὑπὸ τοῦ Ἡσυχίου μετ᾿ ἀρκτικοῦ γ, πιθανῶς κατὰ σφάλμα ἀντὶ τοῦ δίγαμμα, ὡς γανδάνειν, ἀντὶ ἁνδάνειν, γάδος ἀντὶ ἧδος, γέαρ ἀντὶ ἔαρ (ver), γέτος ἀντὶ ἔτος (ϝέτος ἀπαντᾷ ἐν τοῖς Ἡρακλεωτ. Πίν.), γεστία ἀντὶ ἑστία (Vesta), γοῖνος ἀντὶ οἶνος, κτλ., Ahrens αὐτόθι σ. 53 κἑξ.· ‒ περὶ τούτων καὶ ἄλλων μεταβολῶν τοῦ δίγαμμα ἴδε Curt. Gr. Et. σ. 511 (549) κἑξ. V. Ὅτι ὑπῆρχεν ὅτε τὰ πλεῖστα τῶν Ὁμηρικῶν ποιημάτων ἐποιήθησαν, πρῶτος παρετήρησεν ὁ Bentley· ὅρα ἀποσπάσματα τῆς πραγματείας αὐτοῦ ἐν Donaldson New Cratyl. 1. σ. 5 append, καὶ κατάλογον τῶν Ὁμηρ. λέξεων, ἐν αἷς τὸ μέτρον ἀπαιτεῖ τὸ γράμμα τοῦτο, ὅρα παρὰ Heyne Hom. 7 σ. 730 κἑξ. Ἀλλ᾿ εἶναι πιθανὸν ὅτι εἶχε περιέλθει εἰς ἀχρηστίαν, ὅτε τὰ Ὁμηρ. ποιήματα ἐλάμβανον τὴν παροῦσαν αὐτῶν μορφήν· διότι πολλαχοῦ, ὡς κατὰ τὴν προσθήκην τοῦ ἐφελκυστικοῦ ν, λέξεις τινὲς προφανῶς ἠλλοιώθησαν δι᾿ ἄγνοιαν τῆς ὑπάρξεως τοῦ δίγαμμα, ὡς ἐν Ἰλ. Α. 14, 83, 110, 151, κτλ.· καὶ ὑπάρχουσιν ἄλλαι περιπτώσεις, καθ᾿ ἃς ἡ ὕπαρξις τοῦ δίγαμμα φαίνεται ἀγνοουμένη ὥστε ἡ εἰς στίχους διαίρεσις ἐγένετο ὅτε τὸ γράμμα τοῦτο δὲν ἦτο πλέον ἐν χρήσει, ὡς Α. 64, 106, 203, κτλ. Ἴδε Monro, Hom. Gr. § 388 κἑξ.

French (Bailly abrégé)

(τό) :
indécl.
digamma ou double gamma, ancien Ϝ grec ayant le son du w anglais.
Étymologie: δίς, γαμμα.

Spanish (DGE)

τό

• Morfología: [indecl.]
la letra digamma προστίθεται δὲ τὸ δ. παρά τε Ἴωσι καὶ Αἰολεῦσι Trypho Pass.1.11, Deli tuum d. uideram quizá como representación de sign. dud., Cic.Att.176.4, τὸ Αἰολικὸν δ. A.D.Pron.76.32, Priscian.Inst.1.12, τὸ παρὰ τοῖς Βοιωτοῖς καὶ Αἰολεῦσι λεγόμενον δ. Sch.D.T.186.22, cf. 34.17, d. utimur et scribimus Donat.Ter.An.173.

Greek Monolingual

(άκλιτο) και δίγαμμος και δίγαμμον (ενν. στοιχείο), το (ΑΝ)
το έκτο γράμμα (F) του αρχαιότατου ελληνικού αλφαβήτου, βαυ.

Russian (Dvoretsky)

δίγαμμα: τό indecl. дигамма, «двойная гамма» (арх. греч. буква F, близкая к неслоговому «и»).