Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δίδυμος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: δίδῠμος Medium diacritics: δίδυμος Low diacritics: δίδυμος Capitals: ΔΙΔΥΜΟΣ
Transliteration A: dídymos Transliteration B: didymos Transliteration C: didymos Beta Code: di/dumos

English (LSJ)

[ῐ], η, ον, also ος, ον v.l. in Pi.P.4.209, E.HF656 (lyr.), Pl.Criti.113e:—redupl. from δύο,

   A double, twofold, Od.19.227, etc.; διδύμαιν χειροῖν S.El.206 (lyr.): also in sg., χερὶ διδύμᾳ with both hands, Pi.P.2.9; δ. ἅλς, i. e. the Pontus and Bosporus, S.Ant.967 (lyr.); δ. γένος AP7.72 (Men.); δ. ξύλον forked, LXXJo.8.29; τὸ γλυκύ μοι δ., of a wife, IG14.1974.    II twin, δ. κασίγνητος Pi.N.1.36; δ. τέκνων ἄριστα S.OC1693 (lyr.); δ. τέκεα E.Hel.220 (lyr.).    III Subst., δίδυμοι twins, Il.23.641, Hdt.5.41: of the Twins in the zodiac, Eudox. ap. Hipparch.1.2.8, Arat.147, IG14.1307; also δίδυμα, τά, Hdt. 6.52; δύο διδύμω E.Or.1401 (lyr.).    2 the testicles, LXXDe.25.11, AP5.125 (Phld.): sg., Herophil. ap. Gal.UP14.11.    3 ovaries, Herophil. l. c., Sor.1.12.

German (Pape)

[Seite 616] η, ον, auch 2 Endgn, αἱ δίδυμοι, Pind. P. 4, 209, wie Plat. Legg. III, 691 d; doppelt, zweifach; von δύο mit Reduplication? oder von δι- (δίς δύο) und δύεσθαι, vgl. ἀμφίδυμος, νήδυμος? Bei Homer zweimal: Iliad. 23, 641 von den Aktorionen οἱ δ' ἄρ' ἔσαν δίδυμοι' ὁ μὲν ἔμπεδον ἡνιόχευεν, ἔμπεδον ἡνιόχευ', ὁ δ' ἄρα μάστιγι κέλευεν, d. h. sie waren zusammengewachsen, ein Doppelleib; Scholl. vs. 638. 639 Ἀρίσταρχος δὲ διδύμους ἀκούει οὐχ οὕτως ὡς ἡμεῖς ἐν τῇ συνηθείᾳ νοοῦμεν, οἷοι ἦσαν καὶ οἱ Διόσκουροι, ἀλλὰ τοὺς διφυεῖς, δύο ἔχοντας σώματα, Ἡσιόδῳ μάρτυρι χρώμενος, καὶ τοὺς συμπεφυκότας ἀλλήλοις. οὕτως γὰρ καὶ τὸ λεγόμενον ἐπ' αὐτῶν σαφηνίζεσθαι ἄριστα; Apollon. Lex. Homer. p. 58, 26 Διδυμάονε δίδυμοι ἀδελφοὶ οἱ κεχωρισμένοι τοῖς σώμασιν. οἱ δὲ συμφυεῖς δίδυμοι λέγονται. Vgl. s. v. Διδυμάων u. s. Lehrs Aristarch. p. 179. Odyss. 19, 227 αὐτάρ οἱ περόνη χρυσοῖο τέτυκτο αὐλοῖσιν διδύμοισι; auch diese Stelle erklärte man im Alterthum analog der Stelle Iliad. 23, 641, δίδυμοι αὐλοί = zwei mit einander unmittelbar verbundene αὐλοί, Scholl. διδύμοισι: διπλαῖς, ἢ συμφυέσι περόναις. – Folgende: χερὶ διδύμᾳ Pind. p. 2, 9, u. öfter; Plat. Tim. 77 d u. sonst; δίδυμος κασίγνητος, Zwillingsbruder, Pind. N. 1, 36, wie ἀδελφός, Dem. 25, 79; so oft bei Att.; γενέσεις διδύμους γεννησάμενος Plat Critia. 113 e; auch δίδυμα, Arist. H. A. 7, 4. – Bei Galen. u. Philodem. 8 (v, 126) sind οἱ δίδυμοι die zwei Hoden.

Greek (Liddell-Scott)

δίδῠμος: [ῐ], -η, -ον, καὶ ος, ον, Πίνδ. Π. 4. 371 (πρβλ. δίδυμνος), Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 656, Πλάτ. Κριτί. 114Β· ― κατ’ ἀναδιπλ. ἐκ τοῦ δύο, διπλοῦς, δύο εἰδῶν, Ὀδ. Τ. 227, Ἰλ. Ψ. 641 καὶ συχν. παρ’ Ἀττ.· διδύμαιν χειροῖν Σοφ. Ἠλ. 206· ὡσαύτως καθ’ ἑνικόν, διδύμᾳ χερί, ἑκατέρᾳ χειρί, Πίνδ. Π. 2. 17· δ. ἅλς, δηλ. ὁ Πόντος καὶ ὁ Βόσπορος, Σοφ. Ἀντ. 967· δ. γένος Μένανδρ. Ἐπιγράμμ. 1. ΙΙ. ὁ μετ’ ἄλλου συγγεννηθείς, δίδυμος (ὡς παρ’ ἡμῖν), δ. κασίγνητος Πίνδ. Ν. 1. 56· δ. τέκνων ἄριστα Σοφ. Ο. Κ. 1693· δ. τέκεα Εὐρ. Ἑλ. 220. 2) οὐσιαστ., δίδυμοι Ἰλ. Ψ. 641, Ἡρόδ. 5. 41. ― Δίδυμοι, ἀστερισμὸς τοῦ Ζῳδιακοῦ κύκλου, Συλλ. Ἐπιγρ. 6179· ὡσαύτως, δίδυμα., τά, Ἡρόδ. 6. 52· δύω διδύμω Εὐρ. Ὀρ. 1401. β) οἱ δίδυμοι, οἱ ὄρχεις, Ἀνθ. Π. 5. 126, Γαλην. 4. 648, Γεωπ. 18. 1, 3.

French (Bailly abrégé)

η ou ος, ον :
1 double : διδύμας ἁλός SOPH des deux mers (le Pont et le Bosphore);
2 jumeau : δίδυμοι IL frères jumeaux ; τὰ δίδυμα, produits jumeaux ; διδύμαιν χειροῖν SOPH des mains jumelles, càd complices;
3 οἱ δίδυμοι ANTH 5, 105 les testicules.
Étymologie: δίς, δύο.

English (Autenrieth)

(δύο): twofold; pl. subst., twins, Il. 23.641.

English (Slater)

δῐδῠμος (διδύμῳ, -ον; -οι, -ων, -οις, -ους: -αι, -αισιν, -ας.)
   1 twin
   1 lit., of twin children, esp. Apollo and Artemis. σὺν βαθυζώνοιο διδύμοις παισὶ Λήδας (v. 1. διδύμοισι) (O. 3.35) ματέρι καὶ διδύμοις παίδεσσιν (N. 9.4) ἐς φάος ἰόντες δίδυμοι παῖδες (Pae. 12.15) of Herakles and Iphikles: τέκε Ἀλκμήνα διδύμων κρατησίμαχον σθένος υἱῶν (P. 9.86) διδύμῳ σὺν κασιγνήτῳ Iphikles (N. 1.36) of Thebe and Aigina: πατρὸς οὕνεκα δίδυμαι γένοντο θύγατρες Ἀσωπίδων ὁπλόταται (I. 8.17) of Echion and Erytos: πέμψε δ' Ἑρμᾶς χρυσόραπις διδύμους υἱοὺς ἐπ ἄτρυτον πόνον (P. 4.178)
   2 met., two, double, twin βωμοὺς ἓξ διδύμους ἐγέραρεν at Olympia (O. 5.5) οἱ ὤπασε θησαυρὸν δίδυμον μαντοσύνας, τόκα μὲν φωνὰν ἀκούειν ψευδέων ἄγνωτον . τότ' αὖ χρηστήριον θέσθαι κέλευσεν (O. 6.65) τίς γὰρ θεῶν ναοῖσιν οἰωνῶν βασιλέα δίδυμον ἐπέθηκ; (pr.: i. e. at both ends of the temple) (O. 13.21) ἐπὶ γὰρ ἰοχέαιρα παρθένος χερὶ διδύμᾳ ὅ τ' ἐναγώνιος Ἑρμᾶς ἀγλάεντα τίθησι κόσμον (ἀμφοτέραις αὐτῆς ταῖς χερσί. Σ.) (P. 2.9) τῷ μὲν διδύμας χάριτας εἰ κατέβαν ὑγίειαν ἄγων χρυσέαν κῶμόν τ' ἀέθλων (P. 3.72) αἰχμαῖσιν διδύμαισιν (cf. Fraenkel on Aga. 643) (P. 4.79) δίδυμαι γὰρ ἔσαν ζωαί (sc. πετραί: the Symplegades) (P. 4.209) ἑκόντι δ' ἐγὼ νώτῳ μεθέπων δίδυμον ἄχθος i. e. the task of praising Alkimidas and Melesias (N. 6.57) ἔστι δὲ καὶ διδύμων ἀέθλων Μελίσσῳ μοῖρα (at Nemea and the Isthmos) (I. 3.9) δίδυμον στρέφοισα πηδάλιον (sc. Τύχα. cf. διπλόος. turning two ways, treacherous,) fr. 40. ]διδύμαις P. Oxy. 2622, fr. 1. 6 ad? fr. 346.

English (Thayer)

διδυμη, διδυμον and Δίδυμος, Διδυμον, twofold, twain, (double, Homer, Odyssey 19,227; as τριδυμος, triple; τετραδυμος, quadruple, ἑπταδυμος); hence, twin (namely, παῖς, as τριδυμοι παῖδες, υἱοί, German Drillinge, three born at a birth), Hebrew תְּאֹם, a surname of the apostle Thomas (cf. Luthardt on the first of the following passages; B. D. under the word, Thomas): Homer Iliad 23,641.)

Greek Monolingual

-η, -ο (AM δίδυμος, -η, -ον και δίδυμος, -ον)
1. αυτός που γεννήθηκε με έναν τοκετό μαζί με κάποιον άλλο («δίδυμα παιδιά», δίδυμα τέκνα»)
2. (στον πληθ. ως ουσ.) δίδυμοι, -ες, -α (AM δίδυμοι, -αι, -α)
δύο αδέλφια γεννημένα με τον ίδιο τοκετό
3. συμφυής, συνενωμένος με κάποιον άλλο («δίδυμοι καρποί»)
4. (αρσ. πληθ. ως ουσ.) οι Δίδυμοι
αστερισμός του Βόρειου Ημισφαιρίου, ο τρίτος του ζωδιακού κύκλου
αρχ.-μσν.
οι δίδυμοι
οι όρχεις
αρχ.
φρ.
1. «διδύμαιν χειροῑν» — με τα χέρια και των δύο (Σοφ.)
2. «διδύμα ἅλς» — η δίδυμη θάλασσα, ο Εύξεινος και ο Βόσπορος (Σοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός τ. της καθημερινής γλώσσας με αναδιπλασιασμό
προέρχεται από τη λ. δύο + (επίθημα) -μος (πρβλ. αμφί-δυ-μος), ενώ αργότερα ανάλογοι σχηματισμοί όπως ο τ. τρί-δυμος στήριξαν την άποψη ότι το δί-δυμος είναι σύνθετο, με α' συνθετικό το δις.
ΠΑΡ. διδύμιον
αρχ.
διδυμαίος, διδυμάων, διδυμεύω
αρχ.-μσν.
διδυμότης, διδυμωτός
μσν.
διδυμώ
νεοελλ.
διδυμάρι, διδυμία.
ΣΥΝΘ. αρχ. διδυμάνωρ, διδυμογενής, διδυμόζυγος, διδυμόθρους, διδυμόκτυπος, διδυμοτόκος, διδυμόχρους].

Greek Monotonic

δίδῠμος: [ῐ], -η, -ον και -ος, -ον, αναδιπλ. από το δύο·
I. διπλός, δύο ειδών, σε Όμηρ., Αττ.· διδύμη ἅλς, δηλ. ο Πόντος και ο Βόσπορος, σε Σοφ.
II. δίδυμος, στον ίδ., Ευρ.· ως ουσ. δίδυμοι, δίδυμοι, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ.· επίσης δίδυμα, τά, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

δίδῠμος: II
1) (тж. δ. κασίγνητος Pind.) близнец (из двойни): δίδυμοι Hom. и δύο διδύμω Eur. братья-близнецы; οἱ Δίδυμοι (тж. Διόσκοροι) Arst. созвездие Близнецов;
2) pl. testiculi Arst.

Russian (Dvoretsky)

δίδῠμος: и
1) двойной, парный (αὐλοί Hom.; τὸ ἀριστερὸν καὶ δεξιὸν δίδυμα Arst.): χερὶ διδύμᾳ Pind. обеими руками, но διδύμαιν χειροῖν Soph. руками двух соучастников; διδύμη ἅλς Soph. оба моря, т. е. Понт и Боспор; γενέσεις δίδυμοι Plat. двойня;
2) двойственный, двоякий (φύσις Arst.). - см. тж. δίδυμα.

Etymological

Grammatical information: adj.
Meaning: double, subst. pl. twins (Il.), testicles (LXX).
Dialectal forms: Myc. Didumo \/Didumoi\/ PN.
Derivatives: διδυμάονε du., dat. pl. -οσιν twins (Hom.), in Nonn. in plur. and sing. as adj. = δίδυμος; lengthened δίδυμος after ὀπάων (Chantr. Form. 163, Schwyzer 521); διδύμιος = δίδυμος (Sammelb. 1068); διδύμια, διδυμαῖα pl. medic. testicles etc. (Hp.); διδυμωτός forked (Cyran.); Διδυμών month name in Alexandria (Ptol.). - διδυμότης duality (Pl.). - Denomin. διδυμεύω bear twins (LXX). - διδυμα-τόκος, -η- bearing twins (Theoc.) with compositional (metrical) lengthening for διδυμο-τόκος (Arist.), from which διδυμη-τοκέω (-ο-).
Origin: IE [Indo-European] [228] *du̯i-du-
Etymology: Reduplication from δύο with μο-suffix (ἔτυμος); cf. ἀμφί-δυμος double (δ 847). Analogical formations like τρί-δυμος (D. H.) show that δίδυμος was connected at least later with δίς twice. - Cf. also Gonda Reflexions on the numerals "one" and "two" 48.

Middle Liddell

adj adj [redupl. from δύο]
I. double, twofold, twain, Hom., attic; διδύμη ἅλς, i. e. the Pontus and Bosporus, Soph.
II. twin, Soph., Eur.:—as Subst., δίδυμοι twins, Il., Hdt.; also δίδυμα, τά, Hdt.