Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δίκελλα

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: δίκελλα Medium diacritics: δίκελλα Low diacritics: δίκελλα Capitals: ΔΙΚΕΛΛΑ
Transliteration A: díkella Transliteration B: dikella Transliteration C: dikella Beta Code: di/kella

English (LSJ)

[ῐ], ης, ἡ, (κέλλω)

   A two-pronged fork, Ps.-Phoc.158, A.Fr. 196, S.Ant.250, E.Ph.1155, IG11.159A57 (Delos, iii B. C.), etc.; ἀπαλλαγεὶς δικέλλης καὶ κακῶν Men.Georg.65.

German (Pape)

[Seite 628] ἡ, eine zweizinkige Hacke od. Karst; Aesch. rg. 184, 4; Soph. Ant. 250 u. Folgde. Vgl. μάκελλα.

Greek (Liddell-Scott)

δίκελλα: [ῐ], ης, ἡ, (κέλλω) σκαπάνη δύο χηλὰς ἢ ὀδόντας ἔχουσα, «δικέλλι» (οἵα φαίνεται ἐπὶ νομίσματος τῆς Τενέδου καὶ τοῦ Οὐαλερίου Ἀσκικούλου), Ψευδοφωκυλ. 146, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 198, Σοφ. Ἀντ. 250, Εὐρ. Φοιν. 1155· πρβλ. μάκελλα, σμινύη.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
hoyau à deux pointes.
Étymologie: DELG δίς, et pê σκάλλω, μάκελλα, κελεΐς.

Spanish (DGE)

-ης, ἡ

• Prosodia: [-ῐ-]
1 azada de dos puntas, laya, γατόμος τέμνει δίκελλ' ἄρουραν A.Fr.196.4, δικέλλης ἐκβολή S.Ant.250, τριαινοῦν τῇ δικέλλῃ ... τὸ γῄδιον Ar.Pax 570, ἀπὸ τῆς δικέλλης ἐργασία Thphr.CP 3.20.8, δόντα διφθέραν τε καὶ δίκελλαν ... σκάπτειν κελεύειν y dándole una pelliza y una azada mandarle a cavar Men.Dysc.416, cf. 375, Ps.Phoc.158, ἄμη καὶ δ. BGU 1506.4, cf. PCair.Zen.600.2, PSI 629.20, 630.6 (todos III a.C.), εἰς τὰ ἔργα ἀμπελῶνος PTeb.720.4 (III a.C.), cf. I.AI 6.96, D.Chr.7.47, Luc.Tim.12, Lib.Or.4.16, Gr.Naz.M.37.1177A, δικέλλας λαβόντες πᾶσαν αὐτῶν τὴν γεωργίαν ὤρυξαν Aesop.42, cf. Vit.Aesop.G 8, τὴν δίκελλαν ἀπολέσας ἐπεζήτει Babr.2.2, σκάπτειρα AP 6.21, τορονευτή DP 15.43 (ap. crít.), ἀπαλλαγεὶς δικέλλης apartándose de la azada e.d. de los trabajos del campo Men.Georg.65, cf. Philostr.Ep.59, ἀλλ' ἡ δ. ἄγει τάλαντα τέτταρα ¡pero esta azada pesa cuatro talentos! como exageración cómica, Men.Dysc.390, en comparación c. una gran nariz AP 11.203.1, dicho del Nilo por su fertilidad, Ach.Tat.4.12.1.
2 piqueta, azuela para demolición λάζυσθαι χρεὼν μοχλοὺς δικέλλας θ' E.HF 944, cf. Ph.1155, Aeschin.3.122, Lyc.434
en la construcción de edificios y caminos, en cantería SEG 34.122.51, 52 (Eleusis IV a.C.), cf. IG 11(2).159A.57 (Delos III a.C.), BGU 1028.11, 12 (II d.C.), en el intento de abrir el istmo de Corinto, D.C.63.16.2
en minería δικέλλῃ πᾶν μεταλλεύων Lyc.485.

• Etimología: Comp. de δι(σ)- y de un segundo término que parece estar tb. en μάκελλα q.u.; un deriv. en -i̯H2- rel. κελείς o c. σκάλλω qq.u.

Greek Monolingual

και δικέλλα, η και δικέλλι, το (AM δίκελλα, η
Μ και δικέλλιον και δικέλλιν, το)
αξίνα με διχαλωτή τη μια άκρη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Όρος της τεχνικής ορολογίας, αβέβαιης ετυμολ. Πρόκειται για σύνθετη λ. με α' συνθετικό το δι (σ)- που εκφράζει τη σημασία «δύο», β' συνθετικό πιθ. τη ρίζα kel- «κτυπώ, λαξεύω» (πρβλ. κελεΐς, σκάλλω) και επίθημα -ya (πρβλ. μάκελλα). Η σύνδεση της λ. με το δικείν δεν θεωρείται αξιόπιστη. Ο μσν. τ. δικέλλιον είναι υποκοριστικό του αρχ. δίκελλα.

Greek Monotonic

δίκελλα: [ῐ], -ης, ἡ (δίς, κέλλω), τσάπα, ξινάρι, σκαπάνη, αξίνα με δύο «δόντια», σε Σοφ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

δίκελλα: ἡ двузубая кирка Soph., Eur., Men., Luc.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: a two-pronged fork (trag., Delos IIIa).
Derivatives: δικελλίτης (Luc.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Technical term without explanation. The connection with μάκελλα, μακέλη (Il.) favours an analysis as δί- and μά-κελλα, which is possible only for δί-κελλα: it would be a ι̯α-derivation from *δί-κελος or the like, "with two tooths"; but κελεΐς, κελεός does not fit, nor does σκάλλω; but a corresponding derivation of μα- (IE *sem-) is impossible. Note that the variation -ελλα\/-ελη is un-Greek = Pre-Greek. - "Die Anknüpfung an δικεῖν (Bechtel Lex., Chantr. Form. 99), wobei von einer λ-Ableitung *δικ-ελος auszugehen wäre, hat in der Bedeutung von δίκελλα (eig. *`Worfel, Schippe'?) keinen genügenden Anhalt." The word is, then, probably Pre-Greek (I assume -alya).

Middle Liddell

δί-˘κελλα, ης, ἡ, n [δίς, κέλλω
a mattock, a two-pronged hoe, Soph., Eur.

Frisk Etymology German

δίκελλα: {díkellă}
Grammar: f.
Meaning: Ben. einer Hacke (Trag., Delos IIIa usw.).
Derivative: Davon δικελλίτης (Luk.).
Etymology : Technischer Ausdruck ohne sichere Erklärung. Das sinnverwandte μάκελλα, μακέλη (seit Il.) scheint eine Zerlegung in δί- bzw. μάκελλα zu erfordern, die indessen nur für δίκελλα befriedigt: es wäre eine ι̯α-Ableitung von *δίκελος od. ähnl., "mit zwei Zinken versehen"; vgl. s. κελεΐς, s. auch σκάλλω. Aber eine entsprechende Zurückführung von μα- auf idg. *sem- in εἷς ist nicht möglich. — Die Anknüpfung an δικεῖν (Bechtel Lex. nach Legerlotz, Chantraine Formation 99), wobei von einer λ-Ableitung *δικελος auszugehen wäre, hat in der Bedeutung von δίκελλα (eig. *Worfel, Schippe?) keinen genügenden Anhalt.
Page 1,392-393