Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δίπους

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: δίπους Medium diacritics: δίπους Low diacritics: δίπους Capitals: ΔΙΠΟΥΣ
Transliteration A: dípous Transliteration B: dipous Transliteration C: dipous Beta Code: di/pous

English (LSJ)

ποδος (acc.

   A δίπουν IG2.1054.24, etc.), ὁ, ἡ, neut. πουν, two-footed, A.Ag.1258, Supp.895 (lyr.), Pl.Plt.276c, etc.: δίποδα, τά, two-footed animals, Plu.2.636e.    2 δίπους, ὁ, jerboa, which springs from its two hind feet, Hdt.4.192.    II two feet long, γραμμή Pl.Men.83d; διάμετρος δυνάμει δ. Id.Plt.266b.

German (Pape)

[Seite 641] ουν, οδος, zweifüßig, λέαινα, ὄφις, Aesch. Ag. 1231 Suppl. 872; μῦς, eine libysche Mäuseart, Her. 4, 192; ἀγέ η Plat. Polit. 276 c; ζῷα, öfter Arist. u. A. Auch = zwei Fuß lang, Plat. Men. 83 d Polit. 266 b.

Greek (Liddell-Scott)

δίπους: ποδος, ὁ, ἡ, ὁ δύο πόδας ἔχων, Λατ. bipes, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1258, πρβλ. Ἱκέτ. 895, Πλάτ., κλ.· ― δίποδα, τά, ζῷα δύο πόδας ἔχοντα, Πλούτ. 2. 636Ε. 2) δίπους, ὁ, Λιβυκόν τι ζῷον ἐκ τοῦ εἴδους τῶν μυῶν, ὅπερ πηδᾷ διὰ τῶν ὀπισθίων ποδῶν ὡς ὁ «δίδελφυς» (kangaroo), Ἡρόδ. 4. 192. ΙΙ. ἔχων δύο ποδῶν μῆκος, Λατ. bipedalis, Πλάτ. Μένωνι 83D, Πολιτ. 266Β.

French (Bailly abrégé)

ους, ουν, gén. ποδος
à deux pieds, bipède ; τὰ δίποδα les bipèdes ; ὁ δίπους sorte de rat de Libye qui saute sur ses deux pieds de derrière (gerboise ?).
Étymologie: δίς, πούς.

Spanish (DGE)

-ποδος, ὁ, ἡ

• Alolema(s): dór. δίπος Pythag. en Iambl.VP 144

• Prosodia: [-ῐ-]

• Morfología: [neutr. δίπουν E.Fr.83.23Au.]
I de dos pies o patas, bípedo λέαινα de Clitemestra, A.A.1258, cf. Supp.895, E.l.c., ἄνθρωπος ζῷον ... δίπουν Pl.Def.415a, cf. Arist.APo.79a29, Pythag.l.c., ἡ δ. ἀγέλη Pl.Plt.276c, ζῳοτόκα Arist.HA 510b15.
II subst.
1 τὸ δ. animal bípedo, ser bípedo op. τετράπον y τρίπον AP 14.64, cf. D.S.4.64, τὰ δίποδα Arist.IA 712a9, cf. Plu.2.636e
subst. abstr. hecho de tener dos pies o patas, cualidad de bípedo op. τὸ τετράπουν Plot.2.6.1, cf. 6.3.5.
2 zool. ὁ δ. jerbo Hdt.4.192.
III que mide dos pies de largo, ancho o alto γραμμή Pl.Men.83d, ἡ διάμετρος ἡ δυνάμει δ. la diagonal que es potencia de dos pies (c. juego de palabras sobre II en rel. c. el género humano), Pl.Plt.266b, φλὲψ ... τὸ μὲν ὕψος ... δ. Thphr.Lap.63, ἀνδριαντίδιο[ν] ὡς δίπουν ID 1412a.16, cf. 19, 1417A.1.119, 125 (ambas II a.C.), ἀσπίδιον ... δίπουν τὴν διάμετρον Str.3.3.6
frec. en arq. πλίνθοι ... πλάτος δίποδες IG 13.474.96, cf. 12 (V a.C.), ἐπιστύλια ... πάχος δίποδα IG 13.474.39 (V a.C.), δίποδε ἀμφοτέρᾳ (στυλίδε) (dos pilares) de dos pies (de ancho) en los dos extremos, IG 13.387.105 (V a.C.), μέτωπον ... ἐν τῷ μετα[ξ] ὺ τῶν θυρῶν, πλάτος δίπουν IG 22.1668.24 (IV a.C.), λίθοι δύο μῆκος πεντέποδες, πλάτος τρίποδες, πάχος δίποδες IG 22.1672.130 (IV a.C.), cf. IG 13.475.22 (V a.C.), 22.1666A.67, 81 (IV a.C.), Didyma 25B.12 (III a.C.), μῆκος μὴ ἐλάττοσιν λίθοις χρώμενος διπόδων ID 500A.17, cf. 24 (III a.C.), cf. IG 22.244.85, 1671.39 (ambas IV a.C.).

Greek Monolingual

-oυν (AM δίπους, -ουν)
1. αυτός που έχει δύο πόδια
2. το αρσ. ως ουσ. ο δίπους
μικρό τρωκτικό θηλαστικό με πολύ μακριά πισινά πόδια
αρχ.
αυτός που έχει μήκος δύο ποδών.

Greek Monotonic

δίπους: -ποδος, ὁ, ἡ,
I. 1. αυτός που έχει δύο πόδια, Λατ. bipes, σε Αισχύλ., Πλάτ. κ.λπ.
2. δίπους, , «δίπους» (μικρόσωμο νυκτόβιο τρωκτικό με μεγάλα πίσω πόδια) της Λιβύης, ζώο το οποίο πηδά με τα πισινά του πόδια, όπως το καγκουρό, σε Ηρόδ.
II. με μήκος δύο ποδών, Λατ. bipedalis, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

δίπους: 2, gen. ποδος
1) двуногий (ζῷα Arst., Plut.): δ. λέαινα Aesch. = Κλυταιμνήστρα; δ. ἀγέλη Plat. = ἄνθρωποι; ὁ μῦς δ. Her. тушканчик (Dipus Aegypticus);
2) Plat. = διπόδης.

Middle Liddell

adj
I. two-footed, Lat. bipes, Aesch., Plat., etc.
2. δίπους, the jerboa, which springs from its two hind feet, like the kangaroo, Hdt.
II. two feet long, Lat. bipedalis, Plat.