Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δαίς

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: δαίς Medium diacritics: δαίς Low diacritics: δαίς Capitals: ΔΑΙΣ
Transliteration A: daís Transliteration B: dais Transliteration C: dais Beta Code: dai/s

English (LSJ)

δαιτός, ἡ, (δαίω Β)

   A meal, banquet, δαὶς ἐΐση, duly shared, Il.15.95, etc.; δαὶς πίειρα sumptuous banquet, 19.179; sacrificial feast, βωμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης 24.69; δαῖτα θάλειαν Hom.Fr.inc. 4 Kinkel (cf. Od.17.382); Θυέστου δαῖτα παιδείων κρεῶν the feast of Th. on... A.Ag.1242, cf. 1593: pl., Od.20.182, A.Ch.483: of beasts of prey, Il.24.43; [τούτοις] παρέξω δαῖθ' ὑφ' ὧν ἐφερβόμην S.Ph. 957.    2 meat, food, E.Cyc.245, cf. Od.18.279.    3 personified, S.Fr.605. Rare in Prose (exc. in Homeric allusions, Pl.Phdr.247a, etc.) as Hdt.1.133,211.

French (Bailly abrégé)

δαιτός (ἡ) :
1 repas, festin, banquet ; δαὶς ἐΐση IL repas dont les parts sont égales ; δαὶς πίειρα IL repas abondant ; p. ext. repas en gén.
2 mets d’un repas, nourriture, aliments.
Étymologie: δαίομαι.

English (Autenrieth)

δαιτός (δαίνῦμι): feast, banquet, meal; once (in a simile) of a wild animal, Il. 24.43.

English (Slater)

δαίς (ἡ) (δαῖτι, δαῖτα; δαῖτας)
   1 feast, festival Αἶαν, τεόν τἐν δαιτί, Ἰλιάδα, νικῶν ἐπεστεφάνωσε βωμόν (τὰ Αἰάντεια ἐν Ὀποῦντι, Σ.) (O. 9.112) οὐδὲ γὰρ θεοὶ σεμνᾶν Χαρίτων ἄτερ κοιρανέοντι χοροὺς οὔτε δαῖτας (O. 14.9) ἐν δαιτὸς δὲ μοίρᾳ μειλιχίοισι λόγοις αὐτοὺς Ἰάσων δέγμενος in the banquet that was their due (P. 4.127) Ἄπολλον, τεᾷ, Καρνήἰ, ἐν δαιτὶ σεβίζομεν (τὰ Κάρνεια, at Cyrene) (P. 5.80) καὶ θεῶν δαῖτας προσέπτυκτο πάσας (Morel e Σ: διαίτας codd.) (I. 2.39) τῷ μὲν (sc. Ἡρακλεῖ) Ἀλεκτρᾶν ὕπερθεν δαῖτα πορσύνοντες ἀστοὶ καὶ νεόδματα στεφανώματα βωμῶν (ἱερουργοῦσι Θηβαῖοι τιμῶντες Ἡρακλέα καὶ τοὺς ἐκ Μεγάρας τῆς Κρέοντος ὀκτὼ παῖδας αὐτῷ γεγονότας Σ.) (I. 4.61) ὧραιἄστυ Θήβας ἐπῆλθον Ἀπόλλωνι δαῖτα φιλησιστέφανον ἄγοντες i. e. in honour of Apollo Ismenios Πα. 1. . ]εν δαιτί τε πα[ Πα. 13a. 21. [δαῖτα κλυτάν codd.: δαιτικλυτάν Bergk) (O. 8.52) ]

Spanish (DGE)

δαιτός, ἡ
I 1banquete, festín de dioses y hombres τετύκοντο δαῖτα Il.1.467, ἐν δαίθ', ὅτε ... οἶνον Ἀργείων οἱ ἄριστοι ... κέρωνται Il.4.259, Ζεὺς μετ' ... Αἰθιοπῆας ... ἔβη κατὰ δαῖτα Il.1.424, cf. 4.48, τέρπετο δαιτὶ παρήμενος Od.1.26, cf. 8.248, κούρης δαῖτα φίλοισι ... διδοῦσιν ofrecen un banquete a los parientes de la doncella para pretenderla como esposa Od.18.279, ἐπὶ δαῖτα καλεῖν Hes.Op.342, οὐδέ ποτ' ἐς βουλὴν ἐπιμίσγεται οὐδ' ἐπὶ δαῖτας Hes.Th.802, cf. Fr.1.6, κλείουσα θεῶν τε γάμους ἀνδρῶν τε δαῖτας Ar.Pax 778, προθεῖναι ἐν τῷ στρατοπέδῳ ... δαῖτα Hdt.1.207, cf. 4.26, λύματα δαιτός Call.Cer.115, cf. 63, Fr.194.32, ἥ γε κιθάρα ... γνωρίμη τῆς δαιτός Plu.2.712f, cf. Lyc.541, Babr.106.21, ἐπὶ δαῖτα καὶ ἑστίασιν Plot.6.7.30, en plu. εἰσὶν ... ἄλλαι δαῖτες Ἀχαιῶν Od.20.182, op. θοίνη de los dioses ὅταν ... πρὸς δαῖτα καὶ ἐπὶ θοίνην ἴωσιν Pl.Phdr.247a
c. dif. calificaciones σε δαιτὶ ... ἀρεσάσθω πιείρῃ que te dé satisfacción con un banquete suntuoso, Il.19.179, cf. 23.810, <ἐς> δαῖτας εὐόχθους ἐπέρχονται B.Fr.4.24, cf. Hdt.1.211, δαῖτας ... θυμαρέας Call.Cer.54, θεοκλήτους ἐπὶ δαῖτας Maiist.65, cf. ISmyrna 539.13 (I/II d.C.), ἣν ἂν θέλῃ ἐπαινέσαι, μενοεικέα δαῖτά φησι D.Chr.2.48, ἐντύνοντο δαῖτα λυγρήν Q.S.12.575
c. εἴση banquete repartido proporcionalmente οὐ γάρ μοί ποτε βωμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης nunca carecía mi altar de la equitativa porción en el banquete, Il.4.48, 24.69, cf. 1.468, Ath.12c, Plu.2.644a
c. gen. obj. παιδείων κρεῶν A.A.1593, c. gen. subjet. θεῶν Colluth.45, c. gen. subjet. y obj. τὴν ... Θυέστου δαῖτα παιδείων κρεῶν A.A.1242.
2 ritual banquete sacrificial en que se ofrece una porción a un dios ἵλαος ἡμετέρην ὅστις ἔδειμε πόλιν ἐρχέσθω μετὰ δαῖτα Call.Fr.43.82, ὁπόσσα δ' ἐν δαίτησι καὶ εἰλαπίνῃσιν ἔρεξα IStratonikeia 543.13 (II/I a.C.), cf. 206.6 (II d.C.), μηδ' ἐν Βακχείοις ᾠὸν ποτὶ δαῖτα τίθεσθαι ISmyrna 728 (II d.C.), ἐπὶ δαῖτα θεῷ θυσίην ἀνάγων TAM 3(1).700.14 (Termeso II/III d.C.), οὔτοι δαῖτα θεῶν θέμις ἀρνήσασθαι Orph.L.164
banquete fúnebre δαίνυντ' ἐρικυδέα δαῖτα δώμασιν ἐν Πριάμοιο tras la incineración de Héctor Il.24.802, ref. a Agamenón οὕτω γὰρ ἄν σοι δαῖτες ἔννομοι βροτῶν κτιζοίατο A.Ch.483, ἄρτι καὶ οἰχομένῳ δαῖτ' ἐπιτυμβιδίην πόρθυε ... κούρῳ IG 12(2).489.10 (Mitilene, imper.)
personif. el Banquete, el Festín ἦλθεν δὲ Δαὶς θάλεια, πρεσβίστη θεῶν S.Fr.605, cf. Hom.Fr.7.
II alimento, comida ref. animales λέων ... εἴξας εἶσ' ἐπὶ μῆλα βροτῶν, ἵνα δαῖτα λάβῃσιν Il.24.43, θανὼν παρέξω δαῖθ' ὑφ' ὧν ἐφερβόμην S.Ph.957, λέων ... εἶχε δαῖτα πανθοίνην Babr.95.90
ref. pers. ἐν ταύτῃ δὲ πλέω δαῖτα τῶν ἀλλέων δικαιεῦσι προτίθεσθαι Hdt.1.133, δαῖτα πένοντο se afanaban por la comida Call.Cer.69, δαιτὸς μὲν ἡδίστης οὐκ ἐνδεὴς ἀκοῆς Hld.4.16.5, τιθεὶς ἅπασι δαῖτα θυμήρη Babr.106.8, ἡ τροφὴ δαὶς ἐπὶ τῷ δαίεσθαι λέγεται, ὅ ἐστι διαμοιρᾶσθαι ἐπ' ἴσης Ath.12e
carne θερμὴν διδόντες δαῖτα τῷ κρεανόμῳ E.Cyc.245.

• Etimología: De la r. *d°H- ‘partir’, que da lugar a δαίνυμι q.u.

Greek Monolingual

δαίς (δαιτός), η (Α)
1. μερίδα φαγητού
2. γεύμα, συμπόσιο
3. η τροφή, το κρέας
4. (για θηρία) η βορά
5. (ως κύριο όνομα) η Δαίς
προσωποποιημένη θεότητα της ευτυχίας («ἧλθεν δὲ Δαὶς... πρεσβίστη θεῶν»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < δαίομαι (βλ. δαίω II)].

Greek Monotonic

δαίς: δαιτός, ἡ (δαίω Β, διαχωρίζω, διαμοιράζω),
1. γεύμα, τσιμπούσι, συμπόσιο, ευωχία, τραπέζωμα, φαγοπότι, συχνά στον Όμηρ., ο οποίος αποκαλεί το συνηθισμένο γεύμα δαὶς ἐΐση, το ισόποσα διανεμημένο φαγητό· Θυέστου δαῖτα παιδείων κρεῶν, το συμπόσιο του Θυέστη με τις σάρκες των παιδιών του, σε Αισχύλ.· στον πληθ., σε Ομήρ. Οδ.
2. λέγεται για το κρέας ή το ίδιο το φαγητό, τροφή, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

δαίς: δαιτός ἡ тж. pl.
1) пир, пиршество Aesch., Her., Xen., Plat.: δ. ἐΐση Hom. равный пир, т. е. с равными долями для его участников;
2) угощение, яства Hom., Soph., Eur., Her.: δαῖτα λαβεῖν Hom. (о льве) схватить добычу.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δαίς δαιτός, ἡ [δαίομαι] (gemeenschappelijke) maaltijd, banket:; δ. ἐίση eerlijk verdeelde maaltijd Il.; δ. πίειρα rijk banket Il.; van een offermaal:. οὐ γάρ μοί ποτε βωμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐίσης want nooit was mijn altaar zonder eerlijk verdeelde maaltijd Il. 24.69. voedsel, vlees; ook van de prooi van wilde dieren.

Middle Liddell

1 δαίω to kindle]
1. a fire-brand, pine-torch, Lat. taeda, Hom.
2. as collective noun, pine-wood, such as torches were made of, Thuc., Xen.
δάις: 2 δαίω mostly in apoc. dat. δάϊ]
war, battle, Hom., Aesch.
δαίς: 3 δαίω, to divide a meal, feast, banquet
1. often in Hom., who calls the usual meal δαὶς ἐΐση, equally divided; Θυέστου δαῖτα παιδείων κρεῶν the feast of Thyestes on the flesh of his children, Aesch.; in pl., Od.
2. of the meat or food itself, Eur.