Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δαλός

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: δᾱλός Medium diacritics: δαλός Low diacritics: δαλός Capitals: ΔΑΛΟΣ
Transliteration A: dalós Transliteration B: dalos Transliteration C: dalos Beta Code: dalo/s

English (LSJ)

ὁ, (δαίω)

   A fire-brand, Il.15.421, Od.5.488, E.Cyc.471,472, A.Ch.608 (lyr.), Arist.Mete.344a26; beacon-light, AP9.675; of the thunderbolt, Il.13.320, cf. Luc.Tim.2.    2 a kind of meteor, Arist. Mete.341b28.    II burnt-out torch: metaph. of an old man, AP 12.41 (Mel.). (Contr. fr. δᾰϝελός, cf. δαβελός.)
δαλός· μελάνουρος ἰχθύς, Hsch. δαλοῦν· σύντομον, Id.

German (Pape)

[Seite 520] ὁ (δαίω), Feuerbrand, Fackel; Hom. Odyss. 5, 488. 19, 69 Iliad. 13, 320. 15, 421; Hes. O 703; Aesch. Ch. 607; ein erloschener Feuerbrand, Luc. Tim. 2; Mel. 49 (XII, 41) = ein abgelebter, gleichsam ausgebrannter Alter; die Fackel als Feuerzeichen, Ep. ad. 372 (IX, 675).

Greek (Liddell-Scott)

δᾱλός: ὁ (δαίω) ξύλον ἀνημμένον, τεμάχιον ξύλου φλεγομένου, Ἰλ. Ο. 421, Ὀδ. Ε. 488· ὡσαύτως ἐν Αἰσχύλ. Χο. 607, Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 7, 5· πυρσὸς εἰς σημεῖον, Ἀνθ. Π. 9. 675. 2) κεραυνός, Ἰλ. Λ. 320. 3) εἶδος μετεώρου, Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 4, ΙΙ. κεκαυμένος καὶ ἐσβεσμένος πλέον πυρσός, ἐξηντλημένος· ἐπὶ γέροντος μεταφορ. (πρβλ. τὸ τοῦ Ὀρατίου dilapsam in cineres facem), Ἀνθ. Π. 12. 41.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
1 morceau de bois enflammé, tison;
2 foudre;
3 torche consumée.
Étymologie: R. ΔαϜ, brûler ; v. δαίω.

Spanish (DGE)

(δᾱλός) -οῦ, ὁ

• Alolema(s): δαελός Sophr.4.13, 6; lacon. δαβελός Hsch.; jón. δαυλός Phlp.Dif.Accent.E δ 7, Sch.Er.Il.15.421, EM 246.38G.; δᾶλος Hsch.δ 161; δαῦλος Hsch.
I 1antorcha, tea δ. δέ οἱ ἔκπεσε χειρός Il.15.421, cf. Od.5.488, δαλῷ βεβλημένος Od.19.69, cf. Hes.Op.705, h.Cer.239, A.Ch.609, Sophr.6, λαβοίμην τοῦ τυφλοῦντος ὄμματα δαλοῦ; ¿podría coger el tizón que ciega los ojos? dicho del tronco aguzado a fuego contra el cíclope, E.Cyc.471, τὸν δαελὸν σβῆτε Sophr.4.13, πῦρ ἐπὶ δαλὸν ἐλθόν Lyr.Adesp.48, cf. Arist.Mete.344a26, Thphr.Ign.23, LXX Ez.24.9, IEphesos 1062.5 (I d.C.), Plu.Aem.17, D.Chr.55.10, Opp.H.5.120, Philostr.Ep.4, Q.S.12.569, Hld.1.1.5, Orph.H.3 tít.
metáf., ref. al rayo ὅτε μὴ ... Κρονίων ἐμβάλοι αἰθόμενον δαλὸν νήεσσι Il.13.320, cf. paród., Luc.Tim.2, de la luz de un faro πᾶσιν ἀλωομένοις τηλαυγέα δαλὸν ἀνάπτω AP 9.675, ref. al pueblo de Israel o sus jefes ἐγένεσθε ὡς δ. ἐξεσπασμένος ἐκ πυρός LXX Am.4.11, cf. Za.12.6, fig. δ. Ἐρώτων Musae.308.
2 antorcha consumida, tizón fig., ref. al envejecimiento de un joven ὁ πυραυγὴς πρίν ποτε, νῦν δ' ἤδη δ. el en un tiempo resplandeciente como el fuego y ya ahora antorcha consumida, AP 12.41 (Mel.).
II antorcha n. dado a cierto meteoro luminoso, Arist.Mete.341b28, 32.
III ict. cierto pez δαλός· μελάνουρος ἰχθύς Hsch.

• Etimología: De *δαϝελός (cf. δαβελός), de *d°H2- ‘quemar’, que da lugar a 1 δαίω q.u.

Greek Monolingual

δαλός, ο (Α)
1. κομμάτι φλεγόμενου ξύλου, δαυλός
2. πυρσός
3. κεραυνός («ὅτε μὴ αὐτός γε Κρονίων ἐμβάλοι αἰθόμενον δαλὸν νήεσσι θοῇσιν»)
4. είδος μετεώρου
5. (για ηλικιωμένους) καμένος πυρσός, εξαντλημένος γέρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δαF-ελός < (ρίζα) δαF- (πρβλ. δαίω) + (επίθημα) - (ε) λο- (ς) (πρβλ. δείκ-ελον «εικόνα» -δείκνυμι, αγέλη -άγω)].

Greek Monotonic

δᾱλός: ὁ (δαίω Α),
I. 1. αναμμένο ξύλο, κομμάτι ξύλου που φλέγεται, σε Όμηρ., Αισχύλ.
2. κεραυνός, σε Ομήρ. Ιλ.
II. σβησμένος δαυλός, καμμένη λαμπάδα· μεταφ., λέγεται για τον ηλικιωμένο άντρα, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

δᾱλός:
1) горящее полено, пылающая головня Hom., Hes., Aesch., Arst., Plut.;
2) факел, сигнальный огонь (ἀλωομένοις δαλὸν ἀνάπτειν Anth.);
3) молния (ἐμβαλεῖν δαλόν τινι Hom.);
4) «факел» (вид метеора) (οἱ καλούμενοι ὁπό τινων δαλοί Arst.);
5) обгорелое полено (δ. ὡς πῦρ ἢ καπνὸν ἀπ᾽ αὐτοῦ μὴ δεδιέναι Luc.); тж. перен. (о дряхлом старике) (νῦν ἤδη δ. Anth.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δαλός -οῦ, ὁ [δαίω] fakkel:; δαλῷ βεβλημένος getroffen door een fakkel Od. 19.69; ὅτε μή... Κρονίων ἐμβάλοι... δαλὸν νήεσσι wanneer Zeus zijn vuur niet op de schepen werpt Il. 13.320; uitgebrande toorts, overdr.: νῦν δ ’ ἤδη δαλός (vroeger een vurig minnaar) nu is hij al opgebrand AP 12.41.2.

Frisk Etymological English

See also: s. δαίω.

Middle Liddell

[δαίω1]
I. a fire-brand, piece of blazing wood, Hom., Aesch.
2. a thunderbolt, Il.
II. a burnt-out torch: metaph. of an old man, Anth.

Frisk Etymology German

δαλός: {dālós}
See also: s. δαίω.
Page 1,345