Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δανειστικός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: δανειστικός Medium diacritics: δανειστικός Low diacritics: δανειστικός Capitals: ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΟΣ
Transliteration A: daneistikós Transliteration B: daneistikos Transliteration C: daneistikos Beta Code: daneistiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A concerning loans, BGU1149.23 (i B.C.), Plu.Agis13, etc.; ὁ δ., = δανειστής, Luc.Symp.5.

German (Pape)

[Seite 522] zum Leihen geneigt, οἱ πλούσιοι καὶ οἱ δ. Plut. Ages. 13; Wucherer, Luc. Conv. 5.

Greek (Liddell-Scott)

δᾰνειστικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἐπιτήδειος εἰς δανεισμὸν χρημάτων, Πλούτ. Ἀγησ. 13, κτλ.· ὁ δ. = δανειστής, Λουκ. Συμπ. 5.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
qui concerne les prêts d’argent à intérêts ; ὁ δανειστικός usurier.
Étymologie: δανειστής.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
de los prestamistas ἐργασία Thphr.Char.23.2, cf. Plaut.Mos.658
despect. de prestamista, de usurero δανιστικὸν βίον ζῶν PSI 1323.5 (II d.C.)
concerniente a los préstamos a interés συγχωρήσεις BGU 1149.23 (I a.C.), ἀσφάλεια BGU 1169.27 (I d.C.)
subst. ὁ δ. prestamista, usurero D.H.6.81.3, Plu.Agis 13, Luc.Symp.5, Vett.Val.38.7, 45.25.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α δανειστικός, -ή, -όν)
1. αυτός που αναφέρεται σε δάνειο ή σε δανειστή
2. όποιος δίνει δάνεια ή είναι πρόθυμος να δανείζει
νεοελλ.
αυτός που δίνει για χρησιμοποίηση αντικείμενα με συγκεκριμένη διαδικασία και με την υποχρέωση της επιστροφής («δανειστική βιβλιοθήκη»)
αρχ.
ο δανειστής, ο τοκιστής.

Greek Monotonic

δᾰνειστικός: -ή, -όν (δανείζω), αυτός που αναφέρεται ή προορίζεται για δανεισμό χρημάτων, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

δᾰνειστικός: ὁ Plut., Luc. = δανειστής.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δανειστικός -ή -όν [δανειστής] betreffende geldleningen:; ἐργασία δ. kredietverlening Thphr. Char. 23.2; subst. ὁ δανειστικός crediteur.

Middle Liddell

δανείζω
of or for money-lending, Plut.