Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεδημευμένως

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: δεδημευμένως Medium diacritics: δεδημευμένως Low diacritics: δεδημευμένως Capitals: ΔΕΔΗΜΕΥΜΕΝΩΣ
Transliteration A: dedēmeuménōs Transliteration B: dedēmeumenōs Transliteration C: dedimevmenos Beta Code: dedhmeume/nws

English (LSJ)

   A in a popular manner, Procl. in Prm.p.880 S.

Greek (Liddell-Scott)

δεδημευμένως: μετοχ. ἐπίρρ., κατὰ δημώδη, κοινὸν τρόπον, Προκλ. Παρμ. σ. 880 (Stallb.).

Spanish (DGE)

adv. sobre part. perf. pas. de δημεύω de manera vulgar Procl.in Prm.1129.

Greek Monolingual

δεδημευμένως επίρρ. (Α)
με τρόπο κοινό, λαϊκό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. επίρρ., που σχηματίστηκε από τη μτχ. δεδημευμένος του παρακμ. του δημεύομαι (βλ. δημεύω)].