Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεισιδαιμονία

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: δεισῐδαιμονία Medium diacritics: δεισιδαιμονία Low diacritics: δεισιδαιμονία Capitals: ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑ
Transliteration A: deisidaimonía Transliteration B: deisidaimonia Transliteration C: deisidaimonia Beta Code: deisidaimoni/a

English (LSJ)

ἡ,

   A fear of the gods, religious feeling, Plb.6.56.7, Phld.Herc.1251.10, CIG2737b11 (Aphrodisias), D.S.1.70, etc.; ἡ τῶν θεῶν δ. Id.11.89.    2 in bad sense, superstition, Thphr.Char. 16, Plb.12.24.5; ἡ πρὸς τὰ ζῷα δ. D.S.1.83; περὶ Δεισιδαιμονίας, title of work by Plu.

German (Pape)

[Seite 541] ἡ, Furcht vor den Göttern, im guten Sinne, Gottesfurcht, καὶ θεοφιλὴς βίος D. Sic. 1, 70; θεῶν 11, 89; gew. abergläubische Furcht vor den Göttern, Plut. Alex. 75; sein Buch περὶ δ., de superst.; πρὸς τὰ ζῷα D. Sic. 1, 83; ἀγεννής Pol. 12, 24, 5; vgl. 6, 56, 7 u. öfter; auch die Angst des bösen Gewissens.

Greek (Liddell-Scott)

δεισιδαιμονία: ἡ, φόβος τῶν θεῶν, θρησκευτικὸν αἴσθημα, Πολύβ. 6. 56, 7. Συλλ. Ἐπιγρ. 2737b.12, Διόδ. 1. 70· ἡ τῶν θεῶν δ. ὁ αὐτ. 11. 89. 2) ἐπὶ κακῆς σημασ. ὡς παρ’ ἡμῖν, Θεόφρ. Χαρ. 16, Πολύβ. 12. 24, 5· ἡ πρὸς τὰ ζῷα δ. Διόδ. 1. 83· ἴδε Πλούτ. περὶ Δεισιδαιμονίας· πρβλ. εὐσέβεια.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
crainte superstitieuse des dieux, superstition.
Étymologie: δεισιδαίμων.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): jón. -ίη Aret.SD 1.5.3
I del escrúpulo o temor hacia lo sobrenatural
1 sin matiz peyor. temor o respeto a los dioses, escrúpulo o celo religioso εἰς δεισιδαιμονίαν ... τὸν βασιλέα προτρεπόμενος D.S.1.70, ἡ τῶν θεῶν δ. D.S.11.89, cf. D.Chr.61.9, SEG 38.1462.33 (Enoanda II d.C.), SB 11381.11 (II d.C.), Hdn.Epim.22, Ἀγαθαρχίδης ... ὀνειδίζων ἡμῖν δεισιδαιμονίαν I.AI 12.5 (cf. Agatharch. en 2), ὑπερθαυμάσας ... ὁ Πιλᾶτος τὸ τῆς δεισιδαιμονίας ἄκρατον asombrándose Pilatos ante el intenso celo religioso I.BI 2.174, cf. IAphrodisias 1.8.56 (I a.C.), I.AI 10.42, 15.277.
2 peyor. escrúpulo religioso exagerado o infundado, temor supersticioso, superstición ἡ δ. δόξειεν <ἂν> εἶναι δειλία πρὸς τὸ δαιμόνιον Thphr.Char.16.1, cf. Phld.Elect.10.12, de los judíos por su inactividad en el Sábado ἄκαιρος δ. Agatharch.Fr.Hist.20b, δ. ἀγεννής Plb.12.24.5, ἡ πρὸς τὰ ζῷα ... δ. D.S.1.83, θεοσεβὴς χωρὶς δεισιδαιμονίας M.Ant.6.30, ἀκρότητες ... ἀμαθίας ἀθεότης καὶ δ. los extremos de la ignorancia son la impiedad y la superstición Clem.Al.Prot.2.25, op. φόβος θεοῦ Clem.Al.Strom.2.8.40, δεισιδαιμονίαι τε καὶ ἄλογοι φόβοι Aristid.Quint.58.17, cf. Plb.6.56.7, Ph.1.166, 196, I.Ap.1.208, Plu.2.26b, 34e, Luc.Philops.38, Aret.l.c., Dion.Alex. en Eus.HE 6.21.1, Iul.Or.9.190b, περὶ Δεισιδαιμονίας tít. de una obra de Plutarco, Plu.2.164e.
II del sentimiento religioso
1 sin matiz peyor. religión, creencias religiosas τὰς τῶν ἄλλων ἐθνῶν δεισιδαιμονίας ἐξουθενίζειν despreciar las creencias de los demás pueblos I.AI 19.290, ζητήματα ... τινα περὶ τῆς ἰδίας δεισιδαιμονίας εἶχον πρὸς αὐτόν tenían ciertas discusiones con él acerca de su propia religión, Act.Ap.25.19.
2 peyor. falsa religión, superstición como designación despect. de las ideas religiosas de una comunidad por otra:
a) de las paganas ἡ Ἑλληνικὴ δ. Clem.Al.Strom.7.3.22, cf. Origenes Cels.6.17, Eus.DE 2.2;
b) del judaísmo ἡ Ἰουδαίων δ. Ep.Diog.1, Origenes Cels.7.41;
c) del cristianismo Eus.HE 9.9a.5, dentro del cristianismo, Origenes Cels.3.79, Socr.Sch.HE 7.25.

English (Strong)

from the same as δεισιδαιμονέστερος; religion: superstition.

English (Thayer)

δεισιδαιμονίας, ἡ (δεισιδαίμων), fear of the gods;
1. in a good sense, reverence for the gods, piety, religion: Polybius 6,56, 7; Josephus, Antiquities 10,3, 2; καί θεοφιλής βίος, Diodorus 1,70.
2. equivalent to ἡ δειλία πρός τό δαιμόνιον (Theophrastus, char. 16 (22) at the beginning (cf. Jebb, p. 263 f)); superstition: (Polybius 12,24, 5); Plutarch (Song of Solomon 12,4); Alex. 75,1; de adulat. et Amos 25, and in his Essay περί τῆς δεισιδαιμονίας; Antoninus 6,30 θεοσεβής χωρίς δεισιδαιμονίας.
3. religion, in an objective sense; in which sense Josephus, Antiquities 19,5, 3, says Claudius commanded the Jews μή τάς τῶν ἄλλων ἐθνῶν δεισιδαιμονίας ἐξουδενίζειν. Festus in the presence of Agrippa the Jewish king employs the word ambiguously and cautiously, in Trench, § xlviii.; (cf. Kenrick, Biblical Essays, 1864, p. 108ff; Field, Otium Norv. iii., p. 80f)).

Greek Monolingual

η (AM δεισιδαιμονία) δεισιδαίμων
ο φόβος για τους δαίμονες, τα κακά πνεύματα ή για ανεξήγητα φαινόμενα ή συμπτώσεις που θεωρούνται ότι προέρχονται από υπερφυσικές, βλαβερές δυνάμεις
αρχ.
η ευσέβεια, ο σεβασμός προς τους δαίμονες, τους θεούς.

Greek Monotonic

δεισιδαιμονία: ἡ, φόβος, ευλάβεια προς τους θεούς, θρησκευτικό συναίσθημα, σε Πολύβ.· με αρνητική σημασία, προκατάληψη, πρόληψη, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

δεισῐδαιμονία:
1) (тж. τῶν θεῶν Diod.) богобоязненность, благочестие Plut., Diod.;
2) суеверный страх, суеверие Polyb., Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δεισιδαιμονία -ας, ἡ [δεισιδαίμων] godvrezendheid. bijgeloof.

Middle Liddell

[from δεισιδαίμων
fear of the gods, religious feeling, Polyb.: in bad sense, superstition, Theophr.