Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δελφίνι

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

το (AM δελφίν, Α και δελφίς, ο, η)
1. μαστοφόρο, σαρκοφάγο θαλάσσιο κήτος
2. διακοσμητικό στοιχείο σε σχήμα δελφινιού
νεοελλ.
άριστος κολυμβητής ή ταχύτατο πλοίο
αρχ.
1. πολεμικό μηχάνημα για ναυμαχίες αποτελούμενο από όγκο μολύβδου σε σχήμα δελφινιού, που κρεμόταν από την κεραία του πλοίου και ριχνόταν ξαφνικά στο κατάστρωμα του εχθρικού
2. κερκέτης, αρπάγη που ριχνόταν σε εχθρικό πλοίο
3. τα φρένα μηχανής
4. Δελφίς και Δελφίν
ονομασία αστερισμού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο αιολ. τ. βέλφιν προϋποθέτει την ύπαρξη αρχικού χειλοϋπερωικού φθόγγου. Πιθ. συνδέεται με τα δελφύς, δέλφαξ και ονομάστηκε έτσι από τη μορφή του, που παρουσιάζει ομοιότητα με τον χοίρο, δηλ. δελφίς θα σήμαινε αρχικά «γουρουνάκι της θάλασσας». Για τον σχηματισμό πρβλ. ακτίς, γλωχίς, ωδίς κ.ά.].