Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεξαμενή

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: δεξαμενή Medium diacritics: δεξαμενή Low diacritics: δεξαμενή Capitals: ΔΕΞΑΜΕΝΗ
Transliteration A: dexamenḗ Transliteration B: dexamenē Transliteration C: deksameni Beta Code: decamenh/

English (LSJ)

ἡ, (aor. 1 part. of δέχομαι, with different accent)

   A receptacle for water, tank, cistern, Hdt.3.9,6.119, PSI1.66 (v A.D.); of the veins, Democr.135; vehicle, as matter of form, Pl.Ti.53a, Aen.Gaz. Thphr.p.66 B.: generally, receptacle, Ph.1.647, D.C.76.1.

German (Pape)

[Seite 546] ἡ (part. aor. v. δέχομαι), 1) Wasserbehälter, Cisterne, Her. 3, 9. 6, 119; D. Sic. 2, 9; Strab. u. Sp. – 2) bei Plat. Tim. 53 α Critia. 117 a die jede Form annehmende Materie.

Greek (Liddell-Scott)

δεξαμενή: ἡ, (μετοχ. ἀορ. τοῦ δέχομαι, μετὰ μεταβεβλημένου τοῦ τόνου) δοχεῖον δι’ ὕδωρ, μέρος ἔνθα συνάγεται τὸ ὕδωρ, Ἡρόδ. 3. 9., 6. 119, Πλάτ. Κριτί. 117Α. ―Ἐν Τιμ. 53Α, ὁ Βεκκ. ἀναγινώσκει δεξαμένης, ἔκ τινων χφων, πρβλ. 52D.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
réservoir, particul. réservoir d’eau, citerne.
Étymologie: part. ao., avec chang. d’accent, de δέχομαι.

Spanish (DGE)

(δεξᾰμενή) -ῆς, ἡ

• Alolema(s): δεξαμένη Phryn.293
I 1receptáculo esp. de agua potable, cisterna, alberca, estanque δεξαμενὰς ὀρύξασθαι, ἵνα δεκόμεναι τὸ ὕδωρ σῴζωσι Hdt.3.9, cf. Democr.B 135, Arist.Col.794b31, CID 2.76.3.15 (IV a.C.), LXX Ex.2.16, D.S.2.9, SEG 13.521.204 (Pérgamo II a.C.), Str.5.3.8, D.C.48.51.2, PSI 66.4 (V d.C.), Hsch., PMichael.43.6 (VI d.C.), λάκκοι ... οὐρανίων καὶ ποτίμων δεξαμεναὶ ναμάτων Ph.1.287, cf. 1.455, I.BI 5.157, para asfalto, Hdt.6.119, para el baño (δεξαμενάς) τὰς μὲν ὑπαιθρίους, τὰς δὲ χειμερινὰς τοῖς θερμοῖς λουτροῖς ὑποστέγους περιτιθέντες Pl.Criti.117a, cf. PLond.1974.6 (III a.C.), Phryn.l.c., Gal.6.185
para peces vivero αἱ τῶν ἰχθύων δεξαμεναί M.Ant.7.3, cf. Ael.NA 12.30, μυραίνας ... ἐν δεξαμεναῖς τρέφων D.C.54.23.2
arq. τὴν θεῖαν δεξαμενήν el baptisterio de la basílica de Santa Sofía, Procop.Arc.3.24.
2 foso ἀνέστησεν ... θυσιαστήριον καὶ περὶ αὐτὸ δεξαμενήν I.AI 8.341, cf. AP 14.130, 131, 132 (todos Metrod.), τῆς δεξαμενῆς ἁπάσης τῆς ἐν τῷ θεάτρῳ ἐς πλοίου σχῆμα κατασκευασθείσης D.C.76.1.4.
3 esp. del cuerpo o de algunas de sus partes receptáculo, vaso φλέβες Democr.B 135, Hsch., ἡ ἔγγιστα δ. τοῦ αἵματος del ventrículo derecho, Hp.Cord.11, de las mamas, Ph.2.399, del vientre, Ph.1.305, 559, cf. 388, 389, de los órganos de los sentidos, Ph.1.334, ἡ μεγίστη δ., τὸ σῶμα Ph.1.647, διτταὶ δεξαμεναὶ πρὸς τὰς τῶν περιττωμάτων ἀποχετεύσεις Ph.1.29, cf. 1.174
fig. ποτήριον Φαραώ, ἡ δ. τῆς ἀνοίας καὶ ... μέθης Ph.1.685, αἱ τῆς ψυχῆς δεξαμεναί Ph.1.595.
4 de la materia como receptáculo de la forma τὰ τέτταρα γένη σειόμενα ὑπὸ τῆς δεξαμενῆς los cuatro elementos sacudidos por la materia Pl.Ti.53a, ἡ δὲ ὕλη ... δ. τις οὖσα μεταβολὴν ὑποδέχεται Aen.Gaz.Thphr.59.14.
II δεξαμεναί· ἐπισκίαι Hsch.

• Etimología: Del part. de δέχομαι q.u., c. cambio de acent.

Greek Monolingual

η (AM δεξαμενή)
τεχνητή αποθήκη, υδατοστεγής, για τη συγκέντρωση νερού της βροχής, από ρυάκι ή πηγή (α. «άνοιξα τη δεξαμενή για να ποτίσω», «ὅλας... δεξαμενὰς θερμῶν ὑδάτων ἀπήντλων», Ευστ.
β. «δεξαμενὰς ὑπαιθρίους», Πλάτ.)
νεοελλ.
1. τεχνική εγκατάσταση ναυπηγείου, όπου βάφονται, καθαρίζονται ή επισκευάζονται τα πλοία
2. εσωτερικός χώρος πλοίου, όπου αποθηκεύονται υγρά, συνήθως καύσιμα
3. ονομασία διαφόρων χώρων τών πλοίων, οι οποίοι γεμίζονται με ξηρό ή υγρό φορτίο, εμπόρευμα ή έρμα
4. φρ. α) «πλωτή δεξαμενή» — μεγάλο σκάφος του οποίου βυθίζονται ορισμένα τμήματα τόσο, όσο να γίνεται δεξαμενισμός μικρότερων σκαφών
β) ανατ. «δεξαμενές υπαραχνοειδούς μήνιγγος» — οι κοιλότητες που σχηματίζονται από την αραχνοειδή μήνιγγα του εγκεφάλου
γ) ανατ. «δεξαμενή χυλοφόρος» — ανεύρυσμα του αριστερού θωρακικού πόρου
δ) «δεξαμενή ψηφοφόρων ή οπαδών» — μεγάλες ομάδες, τάξεις ή κοινωνικά στρώματα από τα οποία εξασφαλίζονται συνεχώς ψηφοφόροι ή οπαδοί
μσν.
φρ. «ἡ θεία δεξαμενή» — ο ναός της Αγίας Σοφίας ως τόπος εξαγνισμού
αρχ.
1. κάθε είδους δοχείο
2. πληθ. οι φλέβες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για ουσιαστικοποιημένη μετοχή θηλ. γένους του αορ. του ρ. δέχομαι. Στη λέξη έχει διατηρηθεί ο αρχικός τονισμός τών μετοχών στη λήγουσα (πρβλ. Ορχομενός < Ερχομενός), προτού μετακινηθεί στην παραλήγουσα κατά τον νόμο του Wheelēr (πρβλ. και πατρασί > πατράσι έναντι τρισί, παισί), αρχικά όπου οι τρεις τελευταίες συλλαβές σχημάτιζαν μετρικό δάκτυλο.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) δεξαμενόπλοιο. (Β' συνθετικό) βενζινοδεξαμενή, ελαιοδεξαμενή, οινοδεξαμενή, πετρελαιοδεξαμενή, υδατοδεξαμενή].

Greek Monotonic

δεξαμενή: ἡ, (μτχ. θηλ. αόρ. αʹ του δέχομαι, με μεταβολή του τόνου), «ρεζερβουάρ», μεγάλο δοχείο αποθήκευσης υγρών, στέρνα, σε Ηρόδ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

δεξᾰμενή:δέχομαι
1) водоем, бассейн, цистерна Her., Plat., Arst., Diod.;
2) филос. вместилище (любых форм), т. е. чистая материя Plat., Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δεξαμενή -ῆς, ἡ [δέχομαι] reservoir, container.

Frisk Etymological English

See also: s. δέχομαι

Middle Liddell

[aor1 part. fem. of δέχομαι, with changed accent
a reservoir, tank, cistern, Hdt., Plat.

Frisk Etymology German

δεξαμενή: {deksamenḗ}
Grammar: f.
Meaning: ‘(Wasser)behälter, Zisterne’ (Hdt., Demokr., Pl. usw.).
Etymology : Aus dem Partizip δεξαμένη (δέχομαι) mit oppositivem Akzent, vgl. Schwyzer 524f.; zur Bedeutung noch Redard Sprachgesch. u. Wortbed. 360.
Page 1,366