Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δηϊφόβος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: δηϊφόβος Medium diacritics: δηϊφόβος Low diacritics: δηϊφόβος Capitals: ΔΗΪΦΟΒΟΣ
Transliteration A: dēïphóbos Transliteration B: dēiphobos Transliteration C: diifovos Beta Code: dhi+fo/bos

English (LSJ)

[ῐ], Dor. δαϊφ-, ον,

   A scaring the foe, dub. in Alc.28:—in Hom. only pr. n.

Greek Monolingual

δηΐφοβος και δαΐφοβος, -ον (Α)
αυτός που προκαλεί φόβο, τρόμο στους εχθρούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δηΐς του δήϊος «καταστρεπτικός» + φόβος.