Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διάγνωση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (Α διάγνωσις) διαγιγνώσκω
1. εικασία, συμπερασμός
2. ο προσδιορισμός της ασθένειας από την οποία πάσχει κάποιος
αρχ.
1. η διευκρίνηση, η διάκριση
2. σχηματισμός γνώμης, απόφαση
3. η δύναμη ή το μέσον του να διακρίνει κανείς κάτι.