Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διάνθιση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (Α διάνθισις) διανθίζω
1. ανθοστόλισμα, διακόσμηση με άνθη
2. εμπλουτισμός λόγου με ωραίες εκφράσεις και ρητορικά σχήματα.