Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διάφραγμα

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: διάφραγμα Medium diacritics: διάφραγμα Low diacritics: διάφραγμα Capitals: ΔΙΑΦΡΑΓΜΑ
Transliteration A: diáphragma Transliteration B: diaphragma Transliteration C: diafragma Beta Code: dia/fragma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A partition or barrier, Th.1.133, HeroSpir.1.8; στοᾶς Inscr.Prien.99.19; lock in a canal, PPetr.3p.343 (iii B.C.), D.S.1.33.    II muscle which divides the thorax from the abdomen, midriff, diaphragm, Pl.Ti.70a, 84d, Gal.UP4.14, etc.    b δ. [τοῦ μυκτῆρος] cartilage which divides the nostrils, Arist.HA492b16, cf. Ruf. Onom.34, Gal.17(1).824.    c the velum palati, Hp.Epid.2.2.24.    d septum lucidum of the brain, Gal.2.719.

Greek (Liddell-Scott)

διάφραγμα: -ατος, τό, τοῖχος διαχωρίζων, διατείχισμαμεσότοιχον, φραγμός, Θουκ. 1. 133, Διόδ. 1. 33. ΙΙ. ὁ ὑμὴν ὁ χωρίζων τὸν θώρακα ἀπὸ τῆς κοιλίας, τὸ διάφραγμα (τὸ παρ΄ Ὁμήρῳ φρένες), Πλάτ. Τιμ. 70Α, 84D· πρβλ. διάζωμα ΙΙ·- διάφρ. τοῦ μυκτῆρος, ὁ χόνδρος ὁ διαιρῶν τοὺς ῥώθωνας, Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 1. 11, 8, Πολυδ. Β’, 79· πρβλ. κέων, στυλίς.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
séparation, cloison, barrière.
Étymologie: διαφράσσω.

Spanish (DGE)

-ματος, τό

• Alolema(s): διάφαργμα IAE 52A.10 (IV a.C.)
I arq.
1 barrera, tabique de madera o piedra, en edificios σκηνωσαμένου διπλῆν διαφράγματι καλύβην Th.1.133, τῶν διαφραγ[μά] των τῶν ὑπὸ τὰς φάτνας IG 42.115.22 (Epidauro IV/III a.C.), cf. IAE l.c., IG 11(2).158A.53, 54, ID 365.34 (ambas III a.C.), ἀναγράψαι τὸ ψήφισμα ... ἐν τῷ διαφράγματι τῆς στοᾶς IPr.99.19 (II/I a.C.), cf. BCH 28.1904.78.5 (Tralles), I.AI 19.90
para impedir la entrada a un puerto λῦσαι τὸ δ. τῶν πολεμίων D.S.13.78
en un barco pañol ἔχουσα ἐν πρύμνῃ δ. PCair.Zen.755.13 (III a.C.).
2 esclusa en obras hidráulicas τὰ διαφράγματα τῶν διωρύγων UPZ 157.72, cf. PAlex.4.2, 4 (ambos III a.C.), κατὰ τὸν ἐπικαιρότατον τόπον (τοῦ ἰσθμοῦ) ἐμηχανήσατό τι φιλότεχνον δ. D.S.1.33
presa para desecar un lago SEG 32.463.11 (Coronea II d.C.).
3 fig. barrera, obstáculo ἐπειδὴ αἱ ἁμαρτίαι διιστῶσιν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ θεοῦ ... περιέλωμεν τὸ χαλεπὸν τοῦτο δ. Cyr.Al.M.69.1185C.
II anat.
1 diafragma διοικοδομοῦσιν τοῦ θώρακος αὖ τὸ κύτος, διορίζοντες ... τὰς φρένας δ. εἰς τὸ μέσον αὐτῶν τιθέντες Pl.Ti.70a, cf. 84d, Hp.Epid.5.95, ξυμπαθέει δὲ καὶ τὰ ξυντελοῦντα ἐς ἀναπνοήν, δ., θώρηξ Aret.SD 1.11.1, cf. Gal.2.503, como la sede de τὸ τῆς ψυχῆς ἡγεμονικόν Placit.4.5.8.
2 velo del paladar τῷ κατὰ γαργαρεῶνα διαφράγματι Hp.Epid.2.2.24.
3 tabique nasal μέρος δ' αὐτοῦ (τοῦ μυκτῆρος) τὸ μὲν δ. χόνδρος Arist.HA 492b16, cf. Poll.2.80.
4 cualquier cuerpo membranoso u órgano c. función separadora: membranas que separan las cavidades del corazón μέσον ἀμφοτέρων ... τῶν κοιλιῶν οἷον δ. Gal.3.440, τὴν γὰρ ἐπιγλωττίδα τῆς ἀρτηρίας προκεῖσθαι δ. καὶ ταμιεῖον la epiglotis está colocada como barrera y regulador de la tráquea Plu.2.699d, (τὴν γλώττην) περιέβαλεν ... ὁ Θεὸς τῷ τῶν ὀδόντων διαφράγματι Chrys.Catech.1.18.18, ὑμένες καὶ διαφράγματα Basil.Ep.16, cf. Gr.Nyss.Eun.3.8.3
membrana para obturar una vasija ἀγγεῖον ... διαπεφραγμένον ... τῷ ΓΔ διαφράγματι παρ' αὐτὸν τὸν τράχηλον Hero Spir.1.19.

Greek Monolingual

το (ΑΝ)
φράγμα που χωρίζει κάτι σε δύο μέρη, διαχώρισμα, μεσότοιχος.

Greek Monotonic

διάφραγμα: -ατος, τό,
I. διαχωριστικός τοίχος, μεσότοιχος, εμπόδιο, σε Θουκ.
II. τὸ διάφραγμα (Ομηρ. φρένες), υμένας που χωρίζει τον θώρακα από την κοιλιά, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

διάφραγμα: ατος τό
1) перегородка (διπλῆ διαφράγματι καλύβη Thuc.; δ. φιλότεχνον Diod.): δ. τοῦ μυκτῆρος анат. Arst. сошник (vomer);
2) грудобрюшная преграда, диафрагма Plut.

Middle Liddell

διάφραγμα, ατος, τό, n [from διαφράγνυμι
I. a partition-wall, barrier, Thuc.
II. the midriff, diaphragm (Homer's φρένεσ), Plat.