Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαβατικός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: διαβᾰτικός Medium diacritics: διαβατικός Low diacritics: διαβατικός Capitals: ΔΙΑΒΑΤΙΚΟΣ
Transliteration A: diabatikós Transliteration B: diabatikos Transliteration C: diavatikos Beta Code: diabatiko/s

English (LSJ)

ή, όν, of Verbs,

   A transitive, A.D.Synt.43.18.    II slipping through the fingers, Sch.Ar.Nu. 448.

Greek (Liddell-Scott)

διαβᾰτικός: ἡ , όν, ἱκανὸς νὰ διαβῇ, διαπεραστικός, ὀξύς, Γρηγ. Ναζ. 1. 147. 2) ἐπὶ ῥημάτων, μεταβατικός, Ἀπολλ. π. Συντάξ. σ. 43, π. Ἀντων. 315C, 406Β. ΙΙ. ὁ διὰ μέσου τῶν δακτύλων ἐκφεύγων, Σχόλ. Ἀριστοφ. Νεφ. 448.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
t. de gramm. transitif (verbe).
Étymologie: διαβαίνω.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
1 de pers. sagaz, perspicaz διαβατικοὶ τὴν διάνοιαν Gr.Naz.M.35.664C, cf. Thdt.M.84.41A, Io.Diac.p.546
sent. peyor. escurridizo, tortuoso Sch.Ar.Nu.449a.
2 que pasa de uno a otro, gram. transitivo de la acción verbal διάθεσις A.D.Synt.43.18, τὸ δ. πρόσωπον el pronombre reflexivo A.D.Pron.44.11.
3 motor, del movimiento y esp. de andar, de caminar αἱ διαβατικαὶ ἡμῶν δυνάμεις Didym.in Iob 226.1, ὁρμαί Didym.in Ps.105.3.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α διαβατικός, -ή, -όν)
ο περαστικός, ο πρόσκαιρος, ο προσωρινός
αρχ.
1. ο οξύς, ο διαπεραστικός
2. ο οξύνους, δηλ. αυτός που έχει την ικανότητα να διεισδύσει σε κάτι, να το εξιχνιάσει
3. (στη Γραμματική) μεταβατικός.