Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαλείπω

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: διαλείπω Medium diacritics: διαλείπω Low diacritics: διαλείπω Capitals: ΔΙΑΛΕΙΠΩ
Transliteration A: dialeípō Transliteration B: dialeipō Transliteration C: dialeipo Beta Code: dialei/pw

English (LSJ)

aor. A διέλῐπον Ar.Nu.496: pf. -λέλοιπα Isoc.12.5:— leave an interval between, τὸ ὀλίγιστον Arist.Ph.226b28:—Pass., διελέλειπτο a gap had been left, Hdt.7.40,41; διαλέλειπται μικρὰ χώρα Arist.HA503a34. 2 intermit, τὴν ὀχείαν Id.GA757b4: especially of time, διαλιπὼν ἡμέρας τὰς συγκειμένας, ἐνιαυτόν, having left an interval of .., Hdt.3.157, D.20.8; ἀκαρῆ διαλιπών having waited an instant, Ar.Nu.496; χρόνον ὀλίγον Isoc.5.8; πολὺν χρόνον Arist.Pol.1299a37; later in gen., μιᾶς ἡμέρας δ. Hdn.7.8.9; so οὐ πολὺ διαλιπών after a short time, Th.5.10: abs., opp. εὐθύς, Men.Sam.198, cf. Hyp. Eux.32. II intr., stand at intervals, δ. δύο πλέθρα ἀπ' ἀλλήλων Th.7.38; πίτυες διαλείπουσαι μεγάλαι X.An.4.7.6; τὸ δέρμα ταύτῃ δ. is discontinuous at this point, opp. συνεχές ἐστι, Arist.HA518a3; τὸ -λεῖπον an interval or gap, X.An.4.8.13: impers., διαλείπει there are intervals, of the heavens, opp. πλήρη ἀστέρων εἶναι, Arist.Mete.346a36. 2 c. part., mostly with neg., οὐ πώποτε διέλειπον ζητῶν X. Ap.16, etc.; οὐδένα διαλέλοιπα χρόνον διαβαλλόμενος I have never ceased to be slandered, Isoc.12.5; οὐ διέλιπον… παραινῶν πείθεσθαι… BGU747i 7 (ii A.D.), cf. POxy.281.16 (i A.D.): without a neg., Luc. Vit.Auct.13, DMeretr.11.1. 3 of time, διαλιπόντων ἐτῶν τριῶν, διαλιπούσης ἡμέρας, after an interval of... Th.1.112, 3.74; τὸ διαλεῖπον the interval of time, Arist.Ph.228b4. 4 in part., intermittent, διαλείποντες πνέουσιν οἱ ἄνεμοι Id.Mete.362a28, cf. GA748a19; δ. πυρετός Hp.Aph.4.43, Coac.139. 5 die, GDI1920.9, 2082.5 (Delph.).

Spanish (DGE)

• Morfología: [ciren. pres. imperat. 3a plu. διαλειπόντωσαν SEG 9.1.18 (IV a.C.)]
A ref. el espacio
I 1estar en medio, constituir un intervalo κατὰ τὸν διαλείποντα τόπον en el espacio discontinuo de un río, Plb.10.48.8
neutr. subst. τὸ διαλεῖπον espacio intermedio, espacio libre, intervalo εἴς τε τὸ διαλεῖπον οὐ ῥᾴδιον ἔσται τοῖς πολεμίοις εἰσελθεῖν ἔνθεν καὶ ἔνθεν λόχων ὄντων X.An.4.8.13, cf. Hld.4.4.1, ref. al tramo sin cerrar de un foso circular, Plu.2.191c.
2 interrumpirse, ser discontinuo τὸ δέρμα ... διαλείπει ᾗ καὶ οἱ κατὰ φύσιν πόροι ἐξικμάζονται la piel se interrumpe por donde evacúan los conductos naturales op. συνηχής en el resto del cuerpo, Arist.HA 518a3, τὰ διαλείποντα τῶν κερκίδων las partes interrumpidas de las gradas, e.d. las partes que faltan de las gradas, IM 211.3 (I a.C.), τὰ διαλείποντα τῆς τάφρου los intervalos o trechos del foso donde se colocan los centinelas, Arr.Fr.Hist.Inc.8.
3 abs. dejar espacios a intervalos, dejar espacios libres ὅπως δ' ἂν καὶ ψῦχος ᾖ ἐν τῇ σκευοθήκῃ ... διαλείψει τῶν πλινθίδων ἐν τοῖς ἁρμοῖς para que haya fresco en el arsenal ... dejará espacios intermedios en las uniones de los ladrillos, IG 22.1668.93 (IV a.C.), τὰ μεταξὺ πλήρη τοιούτων ἀστέρων ἐστίν, ἐν δὲ τοῖς ἄλλοις διαλείπει φανερῶς Arist.Mete.346a36.
II gener. c. ac.
1 dejar un espacio intermedio, dejar en medio c. ac. de medida o espacio ἀπὸ τῶν ἁστάτων πεντήκοντα ... διαλείποντες πόδας Plb.6.30.1, διαλείπων δ[ί] οδον τῷ δήμῳ διὰ μέσης τῆς σκευοθήκης IG 22.1668.12 (IV a.C.), cf. X.An.4.8.12, IG 7.4255.21 (Oropo IV a.C.), τὸ μηθὲν ἢ τὸ ὀλίγιστον διαλεῖπον τοῦ πράγματος, μὴ τοῦ χρόνου lo que no deja, o deja en medida mínima, un espacio intermedio en cuanto a la cosa, no en cuanto al tiempo Arist.Ph.226b28
en v. med.-pas. quedar en medio, quedar libre κατὰ μέσους δ' αὐτοὺς διαλέλειπται μικρὰ τῇ ὄψει χώρα en el centro de éstos (los ojos) queda libre un pequeño espacio para la visión del camaleón, Arist.HA 503a34
impers. ἐνταῦθα διελέλειπτο allí había quedado un espacio libre Hdt.7.40, cf. 41, Gal.5.769.
2 dejar a intervalos de, poner a intervalos c. suj. de pers. y ac. plu. de cosa πλινθοβολήσει, διαλείπων θυρίδας διπλίνθους construirá en ladrillo dejando a intervalos ventanas de dos ladrillos de ancho IG 22.463.55 (IV a.C.).
3 c. suj. plu. de cosa y ac. de espacio, en part. situados en intervalos de, distantes entre sí διαλειπούσας δὲ τὰς ὁλκάδας ... δύο πλέθρα ἀπ' ἀλλήλων distando las naves dos pletros unas de otras Th.7.38, ἱμάντας ... διαλείποντας ἀπ' ἀλλήλων τέτταρας δακτύλους IG 22.1668.56, cf. 54 (IV a.C.), στόχους ... διαλείποντας ἑπτὰ πόδας IG 22.463.59, cf. 60, 67 (IV a.C.), c. expr. adverb. κίονας ... διαλείποντας ἀλλήλων κατ' ὀλίγον I.AI 3.122, διαλείπουσαι δ' οὐ πολὺ ἀλλήλων δύο ... πύλαι Philostr.VA 2.42
abs. situados a intervalos, espaciados πίτυες διαλείπουσαι μεγάλαι X.An.4.7.6.
III c. διά indic. ‘a través' dejar atrás, pasar διαλιπόντι τὸν θυραῖον τοῖχον una vez que se pasa el muro provisto de puerta, Didyma 27B.24 (III a.C.), en tm. διὰ μυρίον οἶδμα λιπόντες A.R.4.1765.
B ref. el tiempo
I 1transcurrir en medio, pasar como intervalo, mediar διαλιπόντων ἐτῶν τριῶν Th.1.112, cf. 3.74, SEG 32.1149.19 (Magnesia del Meandro III d.C.), αἱ διαλειποῦσαι ... ἡμέραι los días intermedios en que no hay fiebre, Hp.Epid.1.6, ἓξ διαλείπει ἤματα seis días transcurren, AP 11.18 (Nicarch.)
part. aor. διαλιπών tras un intervalo, al poco tiempo, poco después Men.Sam.413, Hyp.Eux.32, D.L.4.33, Vett.Val.251.8, Aristaenet.1.12.35
part. subst. τὸ διαλεῖπον el intervalo Arist.Ph.228b4.
2 interrumpirse, presentar intervalos, ser discontinuo ὅτι κίνησις μὲν ἂν καὶ παύσαιτο καὶ διαλίποι, χρόνος δὲ οὔ porque el movimiento podría cesar o interrumpirse, pero el tiempo, no Plot.3.7.8
part. intermitente, a intervalos (οἱ ἄνεμοι) ... διαλείποντες πνέουσιν (los vientos) soplan a intervalos Arist.Mete.362a28, διαλείπων πυρετός fiebre intermitente Hp.Aph.4.43, Coac.139, Epid.1.2, διαλείπων σφυγμός pulso intermitente Gal.8.482, διαλείπουσα φωνή voz entrecortada Sud.
3 abolirse, quedar suprimido αἱ βασιλεῖαι Eus.DE 7.1
διαλείπει τὰ ... δημόσια πάντα ... πρὸς ἐμὲ τὴν πωλοῦσαν yo la vendedora quedo eximida del pago de todos los impuestos (anteriores a la venta) PAmh.96.7, cf. PFlor.380.15 (ambos III d.C.)
c. suj. de pers. morir ἐπεὶ δέ κα διαλίπη Ἀρίσστα GDI 1920.9 (Delfos II a.C.), διαλελοιπότων ἤδη τῶν παρ' Ἑβραίοις προφητῶν Eus.PE 10.14.16.
4 dejar de, cesar c. part., gener. c. neg. οὐπώποτε διέλειπον καὶ ζητῶν καὶ μανθάνων jamás dejaba de buscar y aprender X.Ap.16, οὐδένα διαλέλοιπα χρόνον ... διαβαλλόμενος no he dejado un momento de ser calumniado Isoc.12.5, cf. Plb.11.4.2, I.AI 8.302, οὐ γὰρ διαλείπουσιν οἱ τοῖχοι διιστάμενοι Str.13.4.10, οὐ διέλειπε κακουχῶν με POxy.281.16 (I d.C.), cf. BGU 747.1.7 (II d.C.), οὐ διαλείπω τὸ προσκύνημα ποιῶν παρὰ τῷ κυρίῳ Ἑρμῇ SB 10278.4 (II d.C.), cf. Plu.2.228d, οὐ διαλείπει γελῶν Luc.Vit.Auct.13, cf. DMeretr.11.1, οὐ διέλειπεν καταφιλοῦσα Eu.Luc.7.45, cf. Aristaenet.1.24.25
c. gen. διέλιπεν τοῦ οἰκοδομεῖν cesó de fortificar LXX 3Re.15.21, δ. τοῦ ἐν ἀνθρώποις εἶναι Origenes Io.6.39, cf. IStratonikeia 289.6 (II d.C.), καὶ διαλιπόντων τῆς ὑδρείας (φρέατα) πληροῦσθαι πάλιν si se deja de sacar agua (las fuentes) se llenan de nuevo Str.3.5.7, c. ἀπό y gen. δ. ἀπὸ κλαυθμοῦ cesar en el llanto LXX Ie.38.16.
II gener. c. ac.
1 dejar pasar, dejar transcurrir un intervalo de ἡμέρας τὰς συγκειμένας Hdt.3.157, cf. D.20.8, LXX 1Re.10.8, ἀκαρῆ Ar.Nu.496, πολὺν χρόνον Pl.Ep.345c, cf. R.617c, Isoc.5.8, Arist.Pol.1299a37, IG 7.235.4 (IV a.C.), SEG l.c., Thphr.HP 1.9.5, 3.5.2, Plu.2.691c, Cat.Ma.9, μέσα ἔτη δύο IStratonikeia 669.4 (II d.C.), cf. 695.3 (III d.C.), καιρόν Aristaenet.2.17.3, διαλείποντα δὲ μετὰ τοῦτο περὶ πεντεκαίδεκα ἡμέρας dejando pasar después de esto unos quince días Thphr.HP 3.5.2, cf. 3.5.1, οὐδένα τε χρόνον διαλιπόντες sin dejar pasar nada de tiempo, e.d. inmediatamente Plb.5.107.6, cf. 8.37.6, I.BI 3.23
tard. c. gen. μιᾶς ἡμέρας διαλιπών dejando un intervalo de un solo día Hdn.7.8.9.
2 interrumpir τὴν ὀχείαν Arist.GA 757b4, ἡ ὅρασις μὴ διαλείπουσα τὸ ὁρᾶν la visión que no interrumpe la acción de ver Plot.6.1.16
de enfermedades abandonar temporalmente εἰ γάρ τινας αὐτῶν καὶ διαλίποι σμικρά, ταχὺ πάλιν ὑπέστρεφεν pues si (la enfermedad) abandonaba a cualquiera de ellos un poco, enseguida retornaba de nuevo Hp.Epid.1.8, cf. 3.17.1.

German (Pape)

[Seite 586] 1) dazwischen lassen; διελέλειπτο, ein Zwischenraum, Her. 8, 40. 41; bes. χρόνον, Zeit dazwischen verstreichen lassen; διαλιπὼν χρόνον αὖθις ὡρμᾶτο ἰέναι. nach Verlauf einiger Zeit, Plat. Theag. 129 b; vgl. Phaed. 117 e Rep. X, 617 c: ἐνιαυτὸν διαλιπὼν ἕκαστος λει τουργεῖ, nach einem Jahre, Dem. 20, 8; vgl. Her. 3, 157; χρόνον οὐδένα διαλιπόντες, d. i. sogleich, Pol. 5, 107, 6. Bei Hdn. 7, 8, 22 auch μιᾶς ἡμέρας διαλιπών; – πυρετὸς διαλείπων, Wechselfieber, Hippocr.; – c. partic., unterlassen, aufhören, οὐπώποτε διέλιπον καὶ ζητῶν καὶ μανθάνων Xen. Apol. 16, ich unterließ nie zu forschen; οὐδένα διαλέλοιπα χρόνον διαβαλλόμενος, d. i. ich bin stets verläumdet worden, Isocr. 12, 5. – 2) intrans., dazwischen sein, liegen; διαλιπούσης ἡμέρας, nach einem Tage, Thuc. 3, 74; διαλιπόντων τριῶν ἐτῶν 1, 112; διαλιπούσας τὰς ὁλκάδας ὅσον δύο πλέθρα ἀπ' ἀλλήλων 7, 38; πίτυες διαλείπουσαι, auseinanderstehende, Xen. An. 4, 7, 6; τὸ διαλεῖπον, der Zwischenraum, An. 4. 8, 13, u. so auch Sp.

French (Bailly abrégé)

f. διαλείψω, ao.2 διέλιπον, etc.
I. tr. laisser un intervalle :
1 avec idée de lieu διελέλειπτο HDT un intervalle avait été laissé;
2 avec idée de temps δ. χρόνον ISOCR laisser un intervalle de temps ; abs. διαλιπών THC après qqe temps ; οὐ πώποτε διέλιπον ζητῶν καὶ μανθάνων XÉN je n'ai jamais cessé de chercher et d'apprendre;
II. intr. être distant :
1 avec idée de lieu ὅσον δύο πλέθρα ἀπ' ἀλλήλων δ. THC être distants l'un de l'autre de deux plèthres environ;
2 avec idée de temps laisser un intervalle, s'écouler dans l'intervalle.
Étymologie: διά, λείπω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δια-λείπω als tussenruimte laten: meestal van tijd, met acc.:; δ. τὰς συγκειμένας ἡμέρας het afgesproken aantal dagen laten verstrijken Hdt. 3.157.3; χρόνον ὀλίγον... διαλιποῦσα weinig tijd ertussen latend Isocr. 5.8; abs..; οὐκ... εὐθύς, διαλιπών δ ( έ ) niet meteen, maar na een poosje Men. Sam. 413; onpers. pass., van plaats: διελέλειπτο er was een vrije ruimte opengelaten Hdt. 7.40.1 intrans. ertussen liggen:; διαλειπούσας δὲ τὰς ὁλκάδας ὅσον δύο πλέθρα ἀπ’ ἀλλήλων vrachtschepen met een onderlinge tussenruimte van ongeveer twee plethra Thuc. 7.38.3; διαλιπόντων ἐτῶν τριῶν na een tussentijd van drie jaar Thuc. 1.112.1; ptc. subst..; τὸ διαλεῖπον: de tussenruimte Xen. An. 4.8.13; met pred. ptc. ophouden:. οὐ διαλείπει γελῶν hij houdt niet op met lachen Luc. 27.13.

Russian (Dvoretsky)

διαλείπω: (о пространстве и времени)
1 оставлять промежуток или в промежутке, пропускать: ἐνθαῦτα διελέλειπτο Her. в этом месте образовался промежуток; οὐ δ. χώραν Arst. быть непрерывным; διαλιπὼν (χρόνον τινά) Thuc., Isocr., Dem., Arst., Plut. спустя некоторое время; διελιπὼν ἡμέρας τὰς συγκειμένας Her. выждав условленное число дней;
2 прекращать: οὐ πώποτε διέλιπον μανθάνων Xen. я никогда не переставал учиться; τοῦ Κλεοδήμου διαλιπόντος Plut. когда Клеодем умолк;
3 находиться на расстоянии, отстоять (δύο πλέθρα ἀπ᾽ ἀλλήλων Thuc.): διαλείποντες πνέουσιν οἱ ἄνεμοι Arst. ветры дуют с промежутками; πυρετοὶ διαλείποντες Arst. перемежающиеся лихорадки; πίτυες διαλείπουσαι Xen. далеко отстоящие друг от друга, т. е. редкие сосны;
4 находиться в промежутке; διαλιπόντων ἐτῶν τριῶν Thuc. спустя три года.

Greek (Liddell-Scott)

διαλείπω: μέλλ. -ψω· ἀόρ. διέλῐπον· - ἀφίνω διάστημα μεταξύ, τὸ ὀλίγιστον Ἀριστ. Φυς. 5. 3, 3. - Παθ. διελέλειπτο, χάσμα εἶχε μείνει, Ἡρόδ. 7. 40, 41· διαλέλειπται μικρὰ χώρα Ἀριστ, Ἱ. Ζ. 2. 11, 5. 2) ἀφίνω νὰ περέλθῃ μεταξὺ χρόνος, τὴν ὀχείαν ὁ αὐτ. π. Ζ. Γ. 3. 7, 5· ― ἰδίως ἐπὶ χρόνου, διαλιπὼν ἡμέρην, ἐνιαυτόν, ἀφήσας διάλειμμα..., Ἡρόδ. 3. 157, Δημ. 459. 13· ἀκαρῆ διαλιπών, περιμείνας ἐπὶ μίαν στιγμήν, Ἀριστοφ. Νεφ. 496· χρόνον ὀλίγον Ἰσοκρ. 84Β· πολὺν χρόνον Ἀριστ. Πολ. 3. 15, 6· βραδύτερον ὡσαύτως μετὰ γεν., δ. μιᾶς ἡμέρας Ἡρῳδιαν. 7. 8, 22· οὕτω, διαλιπών, ἀπολ., μετά τινα χρόνον, Θουκ. 5. 10, Ὑπερείδ. Εὐξεν. 42. ΙΙ. ἀμεταβ., διίσταμαι, ἀπέχω, δύο πλέθρα ἀπ᾿ ἀλλήλων δ. Θουκ. 7. 38, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 4. 7, 6· τὸ δέρμα δ., εἶναι διακεκομμένον, ἀντίθετον συνεχές ἐστι, Ἀριστ .Ἱ. Ζ. 3. 11, 4· τὸ διαλεῖπον, τὸ μεταξὺ διάστημα, χάσμα, αὐτόθι 4. 8, 13· ― ἀπροσ. διαλείπει, ὑπάρχουσι διαστήματα κενά, ἐπὶ τοῦ οὐρανοῦ· ἀντιθ. πλήρη ἀστέρων εἶναι, ὁ αὐτ. Μετεωρ. 1. 8, 19. 2) μετὰ μετοχ., ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον μετ᾿ ἀρνήσεως, οὐ πώποτε διέλειπον ζητῶν Ξεν. Ἀπολ. 16· οὐδένα διαλέλοιπα χρόνον διαβαλλόμενος, οὐδέποτε ἔπαυσα συκοφαντούμενος, Ἰσοκρ. 233D. 3) ἐπὶ χρόνου, διαλιπόντων ἐτῶν τριῶν, διαλιπούσης ἡμέρας, ἀφ᾿ οὗ παρενέπεσον..., Θουκ. 1. 112., 3. 74· τὸ διαλεῖπον, τὸ μεταξὺ χρονικὸν διάστημα, Ἀριστ. Φυσ. 5. 4, 11. 4) κατὰ μετοχ., κατὰ διαλείματα, διαλείποντες πνέουσιν οἱ ἄνεμοι ὁ αὐτ. Μετεωρ. 2. 5, 11, πρβλ. π. Ζ. Γ. 2. 8, 13· δ. πυρετὸς Ἱππ. Ἀφ. 1251, κτλ.

English (Strong)

from διά and λείπω; to leave off in the middle, i.e. intermit: cease.

English (Thayer)

(2nd aorist διέλιπον); to interpose a delay, to intermit, leave off for a time something already begun: οὐ διέλιπε (T WH mrg, διελειπεν) καταφιλοῦσά (on the participle cf. Winer's Grammar, § 45,4a.; (Buttmann, 300 (257))), she has not ceased kissing, has continually kissed, Herodotus down.)

Greek Monolingual

(AM διαλείπω) λείπω
υπάρχω ή γίνομαι κατά διαστήματα
νεοελλ.
(μτχ.) (για ασθένεια, σύμπτωμα ή φαινόμενο) διαλείπων, -ουσα, -ον
αυτός που επαναλαμβάνεται κατά χρονικά διαστήματα
αρχ.-μσν.
1. παραλείπω, σταματώ να κάνω κάτι
2. αφήνω, εγκαταλείπω κάτι
3. λείπω, απουσιάζω
αρχ.
1. αφήνω ενδιάμεσο διάστημα
2. κάνω διακοπή
3. στέκομαι σε απόσταση, απέχω
4. παρεμπίπτω
5. παύω
6. (το ουδ. της μτχ.) διαλεῖπον
το χάσμα, το ενδιάμεσο διάστημα.

Greek Monotonic

διαλείπω: μέλ. -ψω, αόρ. βʹ -έλῐπον·
I. 1. αφήνω ένα διάστημα μεταξύ — Παθ., διελέλειπτο, είχε μείνει χάσμα, σε Ηρόδ.
2. λέγεται για χρόνο, διαλιπὼν ἡμέρην, αυτός που έχει αφήσει κένο διάστημα μιας ημέρας, σε Ηρόδ.· ἀκαρῆ διαλιπών, αυτός που περίμενε για μία στιγμή, σε Αριστοφ.· διαλιπών, απόλ., μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, σε Θουκ.
II. 1. αμτβ., στέκομαι στα μεσοδιαστήματα, απεχω, δύο πλέθρα ἀπ' ἀλλήλων δ., σε Θουκ.
2. με μτχ., σταματώ να κάνω κάτι, σε Ξεν.
3. λέγεται για χρόνο, διαλιπόντων ἐτῶν τριῶν, μετά από ένα χρονικό διάστημα τριών ετών, σε Θουκ.

Middle Liddell

fut. ψω aor2 -έλῐπον
I. to leave an interval between:— Pass., διελέλειπτο a gap had been left, Hdt.
2. of time, διαλιπὼν ἡμέρην having left an interval of a day, Hdt.; ἀκαρῆ διαλιπών having waited an instant, Ar.; διαλιπών absol. after a time, Thuc.
II. intr. to stand at intervals, δύο πλέθρα ἀπ' ἀλλήλων δ. Thuc.
2. c. part. to cease doing a thing, Xen.
3. of time, διαλιπόντων ἐτῶν τριῶν after an interval of three years, Thuc.

Chinese

原文音譯:diale⋯pw 笛阿-累坡
詞類次數:動詞(1)
原文字根:經過-缺乏
字義溯源:中止,停頓,住(不住);由(διά)*=通過)與(λείπω)*=缺少,留下)組成
同源字:1) (διαλείπω)中止 2) (λείπω)缺少參讀 (ἀναλύω)同義字
出現次數:總共(1);路(1)
譯字彙編
1) 住的(1) 路7:45