Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαλλακτής

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: διαλλακτής Medium diacritics: διαλλακτής Low diacritics: διαλλακτής Capitals: ΔΙΑΛΛΑΚΤΗΣ
Transliteration A: diallaktḗs Transliteration B: diallaktēs Transliteration C: diallaktis Beta Code: diallakth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ, A = διαλλακτήρ, E.Ph.468, Th.4.60, IG12(7).3.31 (Amorgos), Arist. Ath.38.4, etc.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 587] ὁ, = διαλλακτήρ, Eur. Phoen. 471; Thuc. 4, 60 u. Folgde; Dem. 59, 71 Schiedsrichter.

Greek (Liddell-Scott)

διαλλακτής: -οῦ, ὁ, =διαλλακτήρ, Εὐρ. Φοιν. 468, Θουκ. 4. 60, κτλ.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
conciliateur, médiateur, arbitre.
Étymologie: διαλλάσσω.

Spanish (DGE)

-οῦ, ὁ
1 jur. árbitro, mediador público:
a) en ciu. griegas fuera de Atenas, similar al διαιτητής aten. μηδὲ αἷς ἂν ἡμέραις οἱ διαλλακταὶ τὰς ἀντωμοσίας δίδωσιν ni en los días en que los árbitros públicos registren los juramentos contradictorios de las partes en litigio SEG 17.415.3 (Tasos IV a.C.), ἐφ' οἷς διήλλαξαν οἱ διαλλακταί ἀμφοτέρους de los salaminios Ath.Agora 19L.4a.81 (IV a.C.), cf. IG 12(7).3.31, 34 (Amorgos IV a.C.);
b) esp. en asuntos polít. τοὺς Ἕλληνας ὁρᾷ δεομένους ἤτοι τινὸς ἑκουσίου ἢ ἀκουσίου διαλλακτοῦ D.14.40, ὁ τῶν Λακεδαιμονίων βασιλεὺς μετὰ τῶν δέκα διαλλακτῶν ... οὓς αὐτὸς ἐσπούδασεν ἐλθεῖν Arist.Ath.38.4, ἐποιήσαντο τοὺς Λακεδαιμονίους διαλλακτὰς καὶ δικαστάς Plu.Sol.10, cf. Th.4.60, 64, Paus.7.13.6, I.BI 1.224, Plu.Pomp.39, Poll.1.153, τοῦτον εἵλοντο κοινῇ διαλλακτὴν καὶ ἄρχοντα καὶ νομοθέτην de Solón, Plu.2.763e, Ἀθηναῖοι ... οὐδὲν ἐμοῦ διαλλακτοῦ δέονται (habla el emperador) SEG 29.127.2.91 (II d.C.).
2 gener. mediador, reconciliador κριτὴς δέ τις θεῶν γένοιτο καὶ δ. κακῶν E.Ph.468, privado en litigios familiares, D.48.2, en asuntos particulares διαλλακταὶ γενοίμεθά σοι τε κἀκείνῳ Philostr.VA 6.13, cf. Aesop.73, de Moisés ante Dios, Ph.2.160, τῶν ἐπισκόπων δ. καὶ μεσίτης Pamph.Mon.Solut.12.282.

Greek Monolingual

διαλλακτής, ὁ (Α)
ο συμφιλιωτής και συγκεκριμένα άτομο γνωστό για την σωφροσύνη, την αντικειμενικότητα και το κύρος του, τον οποίο καλούσαν αντίπαλες φατρίες να συμφιλιώσει με σκοπό την αποφυγή εμφύλιου πολέμου, όπως π.χ. ο Σόλων.

Greek Monotonic

διαλλακτής: -οῦ, ὁ, = διαλλακτήρ, σε Ευρ., Θουκ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

διαλλακτής -οῦ, ὁ [διαλλάττω] bemiddelaar.

Russian (Dvoretsky)

διαλλακτής: οῦ ὁ примиритель, посредник Eur., Thuc., Dem., Plut.

Middle Liddell

οῦ, = διαλλακτήρ, Eur., Thuc.

English (Woodhouse)

διαλλακτής = arbitrator

⇢ Look up "διαλλακτής" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)