Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαπερνώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

(AM διαπερῶ, -άω) περνώ
1. διατρυπώ, περνώ πέρα ώς πέρα
2. περνώ, μεταφέρω απέναντι, διαπεραιώνω
3. εισχωρώ, διεισδύω
αρχ.
1. διαβαίνω, διαπεραιώνομαι
2. διέρχομαι
3. γνωρίζω εκ πείρας, έχω περάσει πολλά
4. φρ. «διαπερῶ Μολοσσίαν» — εξουσιάζω όλη τη Μολοσσία.