Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαρκέω

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: διαρκέω Medium diacritics: διαρκέω Low diacritics: διαρκέω Capitals: ΔΙΑΡΚΕΩ
Transliteration A: diarkéō Transliteration B: diarkeō Transliteration C: diarkeo Beta Code: diarke/w

English (LSJ)

   A suffice, τρία ἔπεα διαρκέσει Pi.N.7.48, cf. X.Cyr.6.2.26, Phld.Herc. 1251.19, etc.; πρός τι Thphr.CP1.16.4; endure, hold out, Isoc.2.19; δ. πρός τινα hold out against... Luc.Luct.24, etc.    2 in point of Time, endure, last, A.Th.842(lyr.); οὐ διήρκεσε δεῦρο ὁ λόγος Pl.Ti. 21d: c. part., δ. πολιορκούμενος X.HG5.3.21; δ. ἐπὶ πολὺν χρόνον Arist. Mete.352b4; οὐ διήρκεσε τῷ βίῳ πρὸς τὸ τοῦ πολέμου τέλος Plu.Fab.27; ἀπόσιτος [ὢν] ἐς ἑβδόμην δ. Luc.Hist.Conscr.21.    II supply nourishment, τινί Plu.Sol.22; sustain, τινάς Aeschin.Ep.5.3.

German (Pape)

[Seite 599] (s. ἀρκέω), gänzlich hinreichen, genügen; τρία ἔτη διαρκέσει Pind. N. 7, 48; Aesch. Spt. 824; ὁ οἶνος εἰς τὴν ὁδὸν οὐ διαρκέσει, für den Marsch, Xen. Cyr. 6, 2, 26; τινί, Unterhalt gewähren, Plut. Sol. 22; ausdauern, aushalten, διὰ δὲ χρόνον οὐ διήρκεσε δεῦρολόγος, Plat. Tim. 21 d; διαρκεῖ ἵππος, es kann etwas aushalten, Xen. Cyr. 8, 6, 17; so Isocr. 2, 19, mit Geld auskommen; πολιορκούμενον, die Belagerung aushalten, Xen. Hell. 5, 3, 21; οὐ διήρκεσε τῷ βίῳ πρὸς τὸ τοῦ πολέμου τέλος, er erlebte das Ende nicht, Plut. Fab. Max. 27, u. öfter bei Sp.; auch πρὸς τοῦ πένθους τὸ μέγεθος, Luc. luct. 24, πρὸς τὸν ἆθλον , Merc. cond. 31.

Greek (Liddell-Scott)

διαρκέω: μέλλ. -έσω, εἶμαι ἀρκετός, Πίνδ. Ν. 7. 71, Ξεν. Κύρ. 6. 2, 26, κτλ.· ἰσχύω, ἀντέχω, Ἰσοκρ. 18D· πρός τι Θεόφρ. Αἰτ. Φ. 1. 16, 4· δ. πρός τινα, εἶμαι ἰσόπαλοςἀντίπαλος …, Λουκ. Πένθ. 24, κτλ. 2) ἐπὶ χρόνου, ἐπιμένω, «βαστῶ», διαρκῶ Αἰσχύλ. Θήβ. 842, Πλάτ. Τιμ. 21D, κτλ.· μετὰ μετοχ., δ. πολιορκούμενος Ξεν. Ἑλλ. 6. 3, 21· δ. ἐπὶ πολὺν χρόνον Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 14, 16· ἀπόσιτος [ὢν] ἐς ἑβδόμην δ. Λουκ. Ἱστ. Συγγρ. 21. ΙΙ. προμηθεύω, χορηγῶ τροφήν, τινὶ Πλούτ. Σόλ. 22, πρβλ. Αἰσχίν. 732. 16.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
f. διαρκέσω, ao. διήρκεσα, etc.
I. intr. 1 suffire complètement : εἴς τι pour qch ; τινι fournir aux besoins de qqn;
2 avec idée de force être capable de résister : πρός τι à qch (malheur, épreuve, etc.);
3 avec idée de temps subsister, tenir bon : ἔς τινα χρόνον LUC jusqu’à un certain temps ; οὐ διήρκεσε τῷ βίῳ πρὸς τὸ τοῦ πολέμου τέλος PLUT il ne vécut pas assez pour voir la fin de la guerre ; τὸν διπλάσιον χρόνον πολιορκούμενοι διήρκεσαν XÉN ils soutinrent le siège le double du temps;
II. tr. fournir aux besoins de, acc..
Étymologie: διαρκής.

English (Slater)

διαρκέω
   1 suffice εὐώνυμον ἐς δίκαν τρία ἔπεα διαρκέσει (N. 7.48)

Spanish (DGE)

I intr.
1 c. idea de cantidad:
a) c. suj. de cosa o abstr. ser suficiente, bastar c. εἰς y ac. εὐώνυμον ἐς δίκαν τρία ἔπεα διαρκέσει para la justicia de buen nombre tres palabras bastarán Pi.N.7.48, τῆς ὁδοῦ ... εἰς ἣν ... (οἶνος) διαρκέσει X.Cyr.6.2.26, c. πρός y ac. θάτερον ἐλλιπέστερον ἔσται, διαρκεῖν γὰρ οὐ δύναται πρὸς ἄμφω Thphr.CP 1.16.4, ἵνα δὲ διαρκέσῃ τἀναγκαῖα πρὸς τὸν βίον αὑτοῖς Phld.Elect.19.14, c. dat. de pers. o cosa τῆς χώρας τὴν φύσιν ὁρῶν γλίσχρως τοῖς γεωργοῦσι διαρκοῦσαν viendo que la naturaleza de la tierra apenas bastaba (para sustentar) a los que la trabajaban Plu.Sol.22, τοσοῦτον (ἄσφαλτον) ... οἰκοδομίαις διαρκεῖν D.S.2.12, διαρκεῖν τοῖς ἄλλοις τὴν τροφήν Str.10.5.6, τὰ τοῖς μαχίμοις διαρκεῖν δυνάμενα I.BI 4.137;
b) abs. c. suj. de pers. tener suficiente para los gastos, e.e. bastarse económicamente ἵν' εὐδοκιμῇς ἅμα καὶ διαρκῇς Isoc.2.19.
2 en sent. fís., c. suj. de pers. resistir, soportar abs. κίνδυνος μὴ οὐ δυνήσεται ὁ ἄνθρωπος διαρκέσαι hay riesgo de que el paciente no pueda resistir Hp.Prog.12, διαρκεῖν μέλλει ὁ κάμνων Hp.Acut.38
c. πρός y ac. ἵνα καὶ διαρκέσῃς πρὸς τοῦ πένθους τὸ μέγεθος Luc.Luct.24, c. dat. y πρός c. ac. οὐ διήρκεσε τῷ βίῳ πρὸς τὸ τοῦ πολέμου τέλος no resistió a la vida, e.e. no vivió hasta el fin de la guerra Plu.Fab.27.
3 en sent. temp. durar, resistir abs. βουλαὶ δ' ἄπιστοι Λαΐου διήρκεσαν las desleales decisiones de Layo perduraron, e.e. se impusieron A.Th.842, οὐ διήρκεσε δεῦρο ὁ λόγος la narración no ha durado e.e. no se ha conservado hasta hoy Pl.Ti.21d, ὕδωρ ... διαρκεῖν Arist.Mete.349b11, cf. 352b4, de ciertos peces τὰ ἐν ταῖς φωλεαῖς διαρκοῦντα Arist.Mir.835b21, cf. Thphr.Fr.171.7, c. part. y ac. de tiempo τὸν διπλάσιον τοῦ εἰκότος χρόνον πολιορκούμενοι διήρκεσαν X.HG 5.3.21, c. ἐς y ac. ἀπόσιτοι δὲ καὶ ἐς ἑβδόμην διαρκοῦσιν οἱ πολλοί la mayoría de los que no comen resisten hasta el séptimo día Luc.Hist.Cons.21, c. dat. οὐκ ὀλίγαις ἡμέραις διαρκεῖν de provisiones, I.BI 3.343.
II tr. mantener οὐχ ὅπως ἐμαυτόν, ἀλλὰ καὶ πάντας Κοθωκίδας διαρκεῖν ἂν ἐδυνάμην Aeschin.Ep.5.3.

Greek Monotonic

διαρκέω: μέλ. -έσω,
I. 1. αρκώ, είμαι αρκετός, επαρκής, σε Ξεν. κ.λπ.· δ. πρός τινα, είμαι ισόπαλος ή αντίπαλος, σε Λουκ.
2. λέγεται για χρόνο, επιμένω, «βαστώ», διαρκώ, υπομένω, καρτερώ, σε Αισχύλ.· με μτχ., δ. πολιορκούμενος, σε Ξεν.
II. προμηθεύω, χορηγώ τροφή, διατρέφω, τινί, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

διαρκέω:
1) быть (вполне) достаточным, хватать (εἰς τὴν ὀδόν Xen.; ἐπὶ πολὺν χρόνον Arst. и ἔς τινα χρόνον Luc.): ἡ τῆς χώρας φύσις τοῖς γεωργοῖς γλίσχρως διαρκοῦσα Plut. земля, которой еле хватало на пропитание земледельцев; οὐ διήρκεσε δεῦρολόγος Plat. этот рассказ до нас не дошел;
2) выдерживать, выносить: πόσην ἂν ὁδὸν ἵππος κατανύτοι ὥστε διαρκεῖν Xen. переход, какой может выдержать лошадь; πολιορκούμενοι διήρκεσαν Xen. они выдержали осаду; οὐ διήρκεσε τῷ βίῳ πρὸς τὸ τοῦ πολέμου τέλος Plut. он не дожил до конца войны; διαρκέσαι πρὸς τοῦ πένθους τὸ μέγεθος Luc. перенести огромное горе; διαρκέσαι πρὸς τὸ ἆθλον Luc. устоять в борьбе; βουλαὶ ἄπιστοι Λαΐου διήρκεσαν Aesch. неразумие Лаия принесло свои плоды;
3) переносить зиму, зимовать (τὰ ἐν ταῖς φωλεαῖς διαρκοῦντα, sc. ζῷα Arst.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δι-αρκέω helemaal voldoende zijn, toereikend zijn:. τῆς χώρας τὴν φύσιν ὁρῶν γλίσχρως τοῖς γεωργοῦσι διαρκοῦσαν ziende dat het gebied van nature nauwelijks genoeg bood voor de boeren Plut. Sol. 22.3. (voort)duren, het (uit)houden: βουλαὶ... Λαΐου διήρκεσαν de plannen van Laius houden het nog steeds Aeschl. Septem 842 ( lyr. ); met adv.:; οὐ διήρκεσε δεῦρο ὁ λόγος het verhaal heeft het niet gered tot in onze tijd Plat. Tim. 21d; volhouden, het uithouden; met ptc.:; πολιορκούμενοι διήρκεσαν ze hielden stand tegen de belegering Xen. Hell. 5.3.22; met prep. bep.: ἀπόσιτοι … καὶ ἐς ἑβδόμην διαρκοῦσιν οἱ πολλοί de meesten houden het wel tot de zevende dag vol om niet te eten Luc. 59.21; Φάβιος … Μάξιμος οὐ διήρκεσε τῷ βίῳ πρὸς τὸ τοῦ πολέμου τέλος Fabius Maximus heeft het einde van de oorlog niet gehaald Plut. FM 27.2.

Middle Liddell

fut. έσω
I. to have full strength, be quite sufficient, Xen., etc.; δ. πρός τινα to be a match for, Luc.
2. in point of Time, to hold out, endure, last, Aesch.; c. part., δ. πολιορκούμενος Xen.
II. to supply nourishment, τινί Plut.