Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διατείνω

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: διατείνω Medium diacritics: διατείνω Low diacritics: διατείνω Capitals: ΔΙΑΤΕΙΝΩ
Transliteration A: diateínō Transliteration B: diateinō Transliteration C: diateino Beta Code: diatei/nw

English (LSJ)

   A stretch to the uttermost, δ. τὸ τόξον Hdt.3.35; keep stretched out, τὴν χεῖρα Hp.Fract.8; δ. τὰς χεῖρας ἐπί τι X.Cyr.1.3.4; ἀράχνιον δ. πρὸς τὰ πέρατα Arist.HA623a9; τινὰ ὑπὲρ λεχέων AP5.54 (Diosc.):—Pass., extend, μία ἰδέα πάντῃ διατεταμένη Pl.Sph. 253d.    II intr., extend, Diog.Apoll.6; διὰ παντὸς τοῦ βίου Arist.EN 1172a23; καθ' ἅπαν τὸ σῶμα Id.HA503b21; κατὰ τὸ συνεχὲς ἕως εἰςPlb.3.37.9; to continue, γένος διέτεινε λαμπρόν Plu.Marc.30.    2 δ. εἰς, ποτί τι, extend or relate to, concern, SIG569.11,38 (Halasarna, iii B. C.), cf. Plb.8.29.6; πρὸς τὰ ὅλα Id.9.5.4.    3 reach, arrive at, extend as far as, πρός… Epicur.Ep.1p.13U., Plb.5.86.4, D.S.12.70, etc.; live until the time of, εἴς τινα Plu.Cat.Ma.15.    B Med. and Pass., exert oneself, τί οὖν… διετεινάμην οὑτωσὶ σφοδρῶς; D.18.142; διατεινάμενος φεύγειν at full speed, X.Mem.4.2.23; θεῖν διατεταμένους Pl.R.474a; ἰέναι ib.501c; πὺξ διατεινάμενος Theoc. 22.67; strain, exert the voice, Arist.Pol.1336a39; διατείνεσθαι πρός τι exert oneself for a purpose, X.Mem.3.7.9; διετείναντο αὐτὸν μὴ εἰσελθεῖν prevented him from going in, Antipho 5.46; δ. τὰ κάλλιστα πράττειν Arist.EN1169a9.    2 maintain earnestly, contend, δ. ὡς .. maintain stoutly that... Pl.Sph.247c, Thphr.HP3.18.7, CP4.6.1, etc.    b oppose, opp. συναποφήνασθαι, Gal.4.759; πρός τινα ib. 773.    II in strict sense of Med., stretch oneself, Anaxan dr.41.67.    2 to stretch out for oneself or what is one's own, δ. τὸ τόξον Hdt.4.9; τὰ βέλεα ὡς ἀπήσοντες to have their lances poised as if they were about to throw, Id.9.18; διατεινάμενοι οἱ μὲν τὰ παλτὰ οἱ δὲ τὰ τόξα X.Cyr.1.4.23; διατεταμένοι τὰς μάστιγας Plb.15.28.2.

German (Pape)

[Seite 605] (s. τείνω), 1) ausspannen, ausstrecken; τὰς χεῖρας ἐπὶ τὰ λεκάνια Xen. Cyr. 1, 3, 4; τινὰ ὑπὲρ λεχέων Sosip. 2 (V, 55); gew. intrauf,: a) sich (durch etwas ganz) hin erstrecken; διατείνει ταῦτα διὰ παντὸς τοῦ βίου Arist. Nicom 10, 1; ἐπὶ πολύ 4, 1; καθ' ἅπαν σῶμα H. A. 2, 11; τὰ ὄρη διατείνει ἀπὸ τῆς θαλάττης εἰς τὴν κ. τ. λ. Pol. 3, 37, 9, u. öfter; Plat. Soph. 253 d so pass., μία ἰδέα πάντη διατεταμένη; dah. πρός τι, sich worauf beziehen, angehen, Pol. 8, 31, 6; πρὸς οὐδὲν ἔτι διατείνει, ist nichts mehr nütze, 30, 12, 2, u. so Sp.; auch εἴς τι, Plut. adv. St. 21; διέτεινε πρὸς τὸν Σκιπίωνα, er reichte bis zum Scipio, lebte noch zur Zeit des Sc., Plut. Cat. mai. 15. – b) so daß man ὁδόν ergänzen kann, hingelangen, ankommen; πρός od. εἴς τι, Pol. 5, 86, 4; D. Sic. 12. 70 u. öfter. – 2) Im guten Atticismus nur med., sich anspannen, anstrengen; ποιεῖν Arist. Nic. 9, 8; πρός τι, Xen. Mem. 3, 7, 9; σφοδρῶς Dem. 18, 142, d. i. nachdrücklich behaupten, VLL. διαβεβαιοῦσθαι; mit folgdm acc. c. inf., Antiph. 5, 46, Harpocr. διὰ συντόνου σπουδῆς ἀπηρνήσαντο. Bes, perf. pass., διατεταμένος, aus Leibeskräften, Plat. Rep. V, 474 a VI, 501 c; δεῖ διατειναμένους φεύγειν Xen. Mem. 4, 2, 23. – Her. vrbdt 9, 18 διετείνοντο τὰ βέλεα, sie hielten die Geschosse gespannt; dah. διατεινάμενον στῆναι, schußfertig stehen, Xen. Cyr. 1, 4, 23, τὰ παλτά, τὰ τόξα, u. so Sp. τὰς μάστιγας, die Geißeln aufheben, Pol. 15, 28.

Greek (Liddell-Scott)

διατείνω: μέλλ. -τενῶ, κτλ.· (ἴδε τείνω)· - ἐκτείνω εἰς τὸ ἔπακρον, δ. τὸ τόξον Ἡρόδ. 3. 35· κρατῶ τι ἐκτεταμένον, τὴν χεῖρα Ἱππ. Ἀγμ. 757· δ. τὰς χεῖρας ἐπί τι Ξεν. Κύρ. 1. 3, 4· ἀράχνιον δ. πρὸς τὰ πέρατα Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 9. 39, 3. ΙΙ. ἀμετάβ., ἐκτείνομαι, διὰ παντὸς τοῦ βίου, ἐπὶ πολὺ ὁ αὐτ. Ἠθ. Ν. 10. 1, 1· καθ’ ἅπαν τὸ σῶμα ὁ αὐτ. Ἱστ. Ζ. 2. 11, 10· κατὰ τὸ συνεχὲς ἓως εἰς… Πολύβ. 3. 37, 9· ἐπὶ προσώπων, ἐμμένω, ἐν πολιτείᾳ [ὢν] Πλούτ. Κάτωνι Πρεσβ. 15· οὕτω, δ. λαμπρὸς ὁ αὐτ. Μαρκέλλ. 30· - ὡσαύτως, ἐκτείνομαι ἢ ἀναφέρομαι εἴς τι, Λατ. pertinere, Πολύβ. 8. 31, 6, κτλ. 2) φθάνω, φθάνω μέχρι…, Λατ. contendere, πρὸς… ὁ αὐτ. 5. 86, 4, Διόδ. 12. 70, κτλ. Β. παρὰ τοῖς δοκίμοις τῶν Ἀττ. ἡ ἀμετάβατος σημασία εὕρηται μόνον ἐν τῷ μέσῳ καὶ παθ. τύπῳ, προσπαθῶ, «βάλλω τὰ δυνατά μου», τί οὖν… διετεινάμην οὑτωσὶ σφόδρα; Δημ. 275. 8· διατεινάμενος φεύγειν, πάσῃ σπουδῇ, Ξεν. Ἀπομν. 4. 2, 23· θεῖν διατεταμένους Πλάτ. Πολ. 474Α, πρβλ. 501C· πὺξ διατεινάμενος Θεόκρ. 22. 67· ἐντείνω, ἐνισχύω τὴν φωνήν, Ἀριστ. Πολ. 7. 17, 11· διατείνεσθαι πρός τι, ἀσκῶ ἐμαυτόν, ἐντείνω τὰς δυνάμεις μου πρός τι, Ξεν. Ἀπομν. 3. 7, 9· διετείναντο αὐτὸν μὴ εἰσελθεῖν, ἐκώλυσαν αὐτὸν τοῦ νὰ εἰσέλθῃ, Ἀντιφῶν 134. 41· δ. τὰ κάλλιστα πράττειν Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 9. 8, 7. 2) ἐνθέρμως διισχυρίζομαι, ὑποστηρίζω, ταῦτα Δημ. 275. 7· δ. ὡς…, ὅτι…, ἰσχυρῶς ὑποστηρίζω ὅτι…, Πλάτ. Σοφ. 247C, Θεόφρ. Αἰτ. Φ. 4. 6, 1, κτλ. ΙΙ. μετ’ αὐστηρῶς μέσης σημασίας, ἐκτείνω ἐμαυτόν, Ἀναξανδρ. Πρωτ. 1. 66. 2) ἐκτείνω, τεντώνω δι’ ἐμαυτὸν ἢ ὅ,τι ἀνήκει εἰς ἐμέ, δ. τὸ τόξον Ἡρόδ. 4. 9· τὰ βέλεα ὡς ἀπήσοντες, ἔχοντες τὰ βέλη ἐν χερσὶν ἐντεταμένα, ὁ αὐτ. 9. 118· διατεινάμενοι οἱ μὲν τὰ παλτὰ οἱ δὲ τὰ τόξα Ξεν. Κύρ. 1. 4, 23· διατεταμένοι τὰς μάστιγας Πολύβ. 15. 28, 2.

French (Bailly abrégé)

f. διατενῶ, etc.
I. tr. 1 (διά avec idée de continuité) tendre jusqu’au bout : τὰς χεῖρας ἐπί τι XÉN allonger les mains vers qch;
2 avec idée d’effort δ. τόξον HDT tendre un arc avec force;
II. intr. 1 tendre vers, poursuivre sa route, pousser;
2 s’étendre, se prolonger ; avec idée de temps δ. διὰ παντὸς τοῦ βίου ARSTT se prolonger durant toute la vie ; πρὸς τὸν Σκιπίωνα PLUT jusqu’au temps de Scipion;
Moy. διατείνομαι (f. διατενοῦμαι, ao. διετεινάμην);
I. tr. tendre (pour soi ou qch à soi) : τόξον HDT tendre son arc ; τὰ παλτά, τὰ τόξα XÉN tenir en arrêt ses javelots, ses arcs en parl. d’une troupe;
II. intr. 1 se tendre, se raidir : τί οὖν διετεινάμην οὑτωσι σφοδρά ; DÉM pourquoi donc me suis-je raidi si vivement ? p. suite faire effort : διατεινάμενον φεύγειν XÉN fuir de toutes ses forces ; δ. πρός τι XÉN tendre de tous ses efforts vers qch;
2 se tendre jusqu’au bout ; maintenir obstinément (son opinion), soutenir énergiquement.
Étymologie: διά, τείνω.

Spanish (DGE)

A tr.
1 estirar, tensar τὸ τόξον Hdt.3.35, cf. 4.9, ἀράχνιον ... πρὸς τὰ πέρατα Arist.HA 623a9, τὴν φωνήν Aristid.Quint.12.9, en v. pas. διατείνεται σφόδρα ὑπὸ τοῦ πλήθους ἡ κοιλία el vientre se distiende mucho por el volumen (de agua), Mnesith.Ath.51.44, τῶν τοξευμάτων τῶν διατεταμένων LXX Is.21.15
en v. med. mismo sent. διατεινάμενοι οἱ μὲν τὰ παλτὰ οἱ δὲ τὰ τόξα X.Cyr.1.4.23.
2 extender τὴν χεῖρα Hp.Fract.8, ἐπὶ πάντα τὰ λεκάρια ταῦτα διατείνειν τὰς χεῖρας X.Cyr.1.3.4, Δωρίδα ... ὑπὲρ λεχέων AP 5.55 (Diosc.), διατενεῖς τὴν ὀργήν σου ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν; LXX Ps.84.6, en v. pas. μία ἰδέα πάντῃ διατεταμένη Pl.Sph.253d, cf. Ti.79d
en v. med.-pas. c. ac. de cosas propias blandir τὰ βέλεα Hdt.9.18, τὰ δόρατα Hdn.2.5.2, τὰς μάστιγας Plb.15.28.2.
B intr.
I en v. act.
1 extenderse gener. en el espacio καθ' ἅπαν τὸ σῶμα φλέβες διατείνουσιν Diog.Apoll.B 6, cf. Arist.HA 503b21, εἰς τὴν κεφαλήν Thphr.Sud.33, ἃ διατείνει ... ἀπὸ ... ἕως εἰς ... (los montes) que se extienden desde ... hasta ... Plb.3.37.9, de unas murallas ἀπὸ τοῦ ... διατεῖνον ἐπὶ τοῦ ... I.BI 5.144, πήχεις πεντήκοντα διατείνοντας βορρᾶ ἐπὶ νότον 50 codos se extienden de norte a sur en una finca POxy.505.6 (II d.C.), πᾶν τὸ διατεταμένον εἰς εὐθύτητα σχῆμα Ath.189c, cf. Plu.2.63b
fig. διατείνει δὲ ἀπὸ πέρατος εἰς πέρας abarca de un extremo a otro la sabiduría, LXX Sap.8.1
en la voz τὸ ᾆσμα ... ἀπὸ τῶν ἄκρων ἐπὶ τὰ μέσα διαταθέν Clem.Al.Prot.1.5
llegar hasta c. πρός: ἑνότητα ἰδιότροπον, διατείνουσαν πρός τὸ ἀποστεῖλαν una unidad de naturaleza particular que llega hasta el (objeto) que envía (la onda sonora), Epicur.Ep.[2] 52, πρὸς Γάζαν Plb.5.86.4, πρὸς τὴν θάλατταν D.S.12.70, c. μέχρι y gen. μέχρι δερμάτων Plu.2.642e
abs. διατειναμένη con las alas extendidas de una grulla, Anaxandr.42.67.
2 extenderse, durar
a) en el tiempo διατείνει ... ταῦτα διὰ παντὸς τοῦ βίου de sensaciones, Arist.EN 1172a23, c. pred. γένος δ' αὐτοῦ λαμπρὸν ... διέτεινε Plu.Marc.30, ἀεὶ τὸ ἦθος διετείνετο τῶν δογμάτων σχεδὸν ταὐτόν Numen.24.8;
b) vivir hasta c. εἰς: διέτεινεν εἰς Σκιπίωνα τὸν νέον vivió hasta la época de Escipión el Joven Plu.Cat.Ma.15.
3 fig. concernir a, referirse a c. εἰς o πρός: τῶν ἄλλων τῶν διατεινόντων ... εἰς τὰν Ἁλασαρνιτᾶν ἀσφάλειαν SIG 569.11, 38 (Halasarna III a.C.), πάντα ἃ διέτε[ιν] εν πρὸς ἐπανόρθωσιν todo lo que concernía a la reconstrucción, NIS 2.3.1 (Sardes III a.C.), πρὸς τὰ ὅλα Plb.9.5.4, cf. 8.29.6, πρὸς τρυφὴν καὶ πλοῦτον D.S.2.16, τὰ δὲ πάντα εἰς σωτηρίαν ... διατείνει Clem.Al.Paed.1.8.65, (φιλοσοφία) διατείνουσα ἐπὶ τὴν ... ἁπτομένην τῆς ἀληθείας ... εἴδησιν la filosofía tendiendo hacia la doctrina que está unida con la verdad Clem.Al.Strom.1.20.98.
II fig. en v. med.
1 esforzarse c. inf. θεῖν Pl.R.474a, ἰέναι Pl.R.501c, αὐτὸν μὴ εἰσελθεῖν εἰς ὑμᾶς Antipho 5.46, τὰ κάλλιστα πράττειν Arist.EN 1169a9, c. πρὸς y ac. διατείνου μᾶλλον πρὸς τὸ σαυτῷ προσέχειν esfuérzate en poner más atención en tí mismo X.Mem.3.7.9, abs. τί ... διετεινάμην οὑτωσὶ σφοδρῶς; D.18.142, παντὶ τρόπῳ διατειναμένους X.Mem.4.2.23, πὺξ διατεινάμενος esforzándote hasta el máximo con tus puños Theoc.22.67, ὃ συμβαίνει καὶ τοῖς παιδίοις διατεινομένοις Arist.Pol.1336a39, de una parturienta διατείνου haz esfuerzos Al.Mi.4.10.
2 afirmar, sostener, mantener c. ὡς: ἀλλὰ διατείνοιντ' ἂν ... ὡς ἄρα τοῦτο οὐδὲν τὸ παράπαν ἐστίν Pl.Sph.247c, cf. Thphr.CP 4.6.1, HP 6.7.2, Luc.Prom.Es.5, c. μὴ Thphr.HP 3.18.7, c. inf. διατεινόμενος κύριον ποιεῖν τὸν νόμον D.20.143, οὐ μνημονεύεις ὧν ἔφην, οὐκ αὐτὸς εἰδέναι τἀληθὲς ὑπὲρ τοὺς ἄλλους διατεινόμενος no te acuerdas de lo que yo decía, al sostener que no tenía yo un conocimiento de la verdad superior al de los demás Luc.Herm.53, νοεῖν δύνασθαι τὸ Χριστοῦ μυστήριον Cyr.Al.M.71.685D, cf. Phld.Sign.36.7, Procl.in R.2.59, c. part. ἀλλ' ἀπηγκωνισμένῃ τῇ γλώττῃ καὶ γυμνῇ διετείνετο λέγων sino que con lengua osada y sin trabas insistía en decir Philostr.VS 561, abs. διατεινάμενος <ἂν> εἴποιμι ὅτι ... querría decir insistiendo que ... Plu.2.2b.
3 disentir, oponerse c. dat. μὴ συναποφηνάμενος αὐτῷ ἢ διατεινόμενος Gal.4.759, c. πρός: ἔχω διατείνεσθαι πρὸς αὐτόν Gal.4.773.

Greek Monolingual

(AM διατείνω)
1. τεντώνω, τείνω εντελώς
2. μέσ. διατείνομαι
ισχυρίζομαι, υποστηρίζω, επιμένω στη γνώμη μου
νεοελλ.
το θηλ. ως ουσ. η διατείνουσα
κεραία τών παλαιών ιστιοφόρων, την οποία τοποθετούσαν για να επεκτείνουν τετράγωνο ιστίο και να αυξάνουν την ταχύτητα με ευνοϊκό ή ισχυρό άνεμο
(μσν.-αρχ.). εναντιώνομαι, αντιλέγω («διατείνας εὐθὺς ἀντεπεκρίθην»)
αρχ.
1. (αμτβ.) εκτείνομαι σε χώρο και χρόνο
2. ζω ώς την εποχή κάποιου
3. φθάνω, έρχομαι
4. αφορώ σε κάτι
5. ωφελώ
6. μέσ. (για όπλα) βάλλω
7. προσπαθώ
8. εντείνω τις δυνάμεις μου, ασκώ τον εαυτό μου
9. (με το μη και απρφ.) εμποδίζω έντονα («διετείναντο αὐτὸν μὴ εἰσελθεῑν εἰς ὑμᾱς», Αντιφών).

Greek Monotonic

διατείνω: μέλ. -τενῶ, παρακ. -τέτᾰκα·
Α. I. τεντώνω ως το τέρμα, τόξον, σε Ηρόδ.· τεντώνω, απλώνω, τὰς χεῖρας, σε Ξεν.
II. αμτβ., εκτείνομαι, σε Αριστ. Β. I. 1. Μέσ. και Παθ., αγωνίζομαι, πασχίζω, μοχθώ, κοπιάζω, σε Ξεν. κ.λπ.· διατεινάμενος, σε πλήρη ισχύ, με ταχύτητα, γρηγοράδα, στον ίδ.· με όλες τις δυνάμεις μου, σε Θεόκρ.· διατείνεσθαι πρός τι, κοπιάζω για ένα σκοπό, εντείνω τις προσπάθειές μου, σε Ξεν.
2. ισχυρίζομαι επίμονα, υποστηρίζω ότι, τι, σε Δημ.
II. με τη στενή σημασία της Μέσ., εκτείνω, τεντώνω· δ. τὰ βέλεα, έχοντας τα βέλη τους ζυγιασμένα στα χέρια τους, σε Ηρόδ.· δ. τὸ τόξον, έχω το τόξο μου τεντωμένο, στον ίδιο.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δια-τείνω met acc. strak spannen:; δ. τὸ τόξον de boog spannen Hdt. 3.35.3; ook med.: διατεινάμενοι... τὰ τόξα hun bogen spannend Xen. Cyr. 1.4.23. uitstrekken:. δ. τὰς χεῖρας ἐπὶ... de handen uitstrekken naar Xen. Cyr. 1.3.4. intrans. van plaats zich uitstrekken:. καθ ’ ἅπαν τὸ σῶμα φλέβες διατείνουσιν over het hele lichaam strekken zich aderen uit Diog. Apoll. B 6. van tijd duren:. διατείνει ταῦτα διὰ πάντος τοῦ βίου die zaken duren het hele leven lang Aristot. EN 1172a23; διέτεινεν εἰς Σκιπίωνα τὸν νέον hij leefde tot de tijd van Scipio de Jongere Plut. CMa 15.6. med. dir. refl. zich inspannen:; θεῖν διατεταμένους lopen zo hard ze kunnen Plat. Resp. 474a; met inf..; διατεινόμενος κύριον ποιεῖν τὸν νόμον zich inspannend de wet van kracht te laten zijn Demosth. 20.143; uitbr:. διατείνοιντ ’ ἂν ὡς ze zouden stijf en strak volhouden dat Plat. Sph. 247c; τί... διετεινάμην οὑτωσὶ σφοδρῶς; waarom heb ik mij zo enorm opgewonden? Demosth. 18.142.

Russian (Dvoretsky)

διατείνω: (fut. διατενῶ - med. διατενοῦμαι)
1) протягивать, простирать (τὰς χεῖρας ἐπί τι Xen.);
2) растягивать, распростирать (ἀράχνιον πρός τι Arst.; τινὰ ὑπὲρ λεχέων Anth.);
3) простираться, тянуться (καθ᾽ ὅλον τὸ σῶμα Arst.; ἀπό τι εἴς τι Polyb.): δ. εἴς τινα Plut. восходить к временам кого-л.; δ. ἄχρι или μέχρι τινός, тж. πρός или εἴς τινα Plut. восходить к кому-л., т. е. быть чьим-л. потомком, принадлежать к чьему-л. роду;
4) продолжаться, длиться (διὰ παντὸς τοῦ βίου Arst.; πρὸς τοὺς νῦν ὄντας Plut.);
5) устремляться, направляться (πρὸς Γάζαν Polyb.; πρὸς τὴν θάλατταν Diod.);
6) иметь отношение, относиться (πρός τινα и πρός τι Polyb.);
7) преимущ. med. натягивать (τόξον Her.);
8) приготовлять(ся) к броску или к удару, брать на изготовку (τὰ βέλεα Her.): διατεινάμενοι τὰ παλτά Xen. приготовившись к метанию копий; διατεταμένοι τὰς μάστιγας Polyb. приготовив бичи;
9) med. напрягаться, прилагать усилия, стараться (τὰ κάλλιστα πράττειν Arst.): δεῖ παντὶ τρόπῳ διατειναμένους φεύγειν Xen. нужно приложить все старания, чтобы во что бы то ни стало бежать;
10) med. категорически утверждать, настаивать Plat., Dem.: διατεινάμενος εἴποιμι, ὅτι … Plut. я склонен утверждать, что …;
11) med. устремляться, (гневно) обрушиваться, нападать (πρός τινα Plut.).

Middle Liddell

fut. -τενω perf. -τέτᾰκα
I. to stretch to the uttermost, τόξον Hdt.: to stretch out, τὰς χεῖρας Xen.
II. intr. to extend, continue, Arist.
B. Mid. and Pass. to exert oneself, Xen., etc.; διατεινάμενος at full speed, Xen.; with all one's force, Theocr.; διατείνεσθαι πρός τι to exert oneself for a purpose, Xen.
2. to maintain earnestly, contend for, τι Dem.
II. in strict sense of Mid. to stretch out for oneself, δ. τὰ βέλεα to have their lances poised, Hdt.; δ. τὸ τόξον to have one's bow strung, Hdt.