Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διατελής

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: διατελής Medium diacritics: διατελής Low diacritics: διατελής Capitals: ΔΙΑΤΕΛΗΣ
Transliteration A: diatelḗs Transliteration B: diatelēs Transliteration C: diatelis Beta Code: diatelh/s

English (LSJ)

ές,

   A continuous, incessant, βρονταί S.OC 1514; ever-flowing, ὕδατα Ael.VH13.1; permanent, τυραννίδες Pl.R. 618a; perpetual, ἀρετή IG7.2509 (Thebes). (διὰ τέλους serves as the Adv.)

German (Pape)

[Seite 606] ές, fortwährend, beständig; βρονταί Soph. O. C. 1514; Ggstz μεταξὺ διαφθειρόμενος Plat. Rep. X, 618 a; ὕδωρ, stets fließend, Ael. V. H. 3, 1.

Greek (Liddell-Scott)

διατελής: -ές, συνεχής, ἀδιάκοπος, βρονταὶ Σοφ. Ο. Κ. 1514 ἀτελεύτητος, διαρκής, μόνιμος, τυραννίδες Πλάτ. Πολ. 618Α· - διὰ τέλους χρησιμεύει ὡς ἐπίρρ.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
qui dure continuellement, d’où
1 qui se répète sans cesse : βρονταὶ διατελεῖς SOPH coups de tonnerre incessants;
2 permanent : διατελὲς ὕδωρ ÉL eau qui ne tarit pas, eau de source.
Étymologie: διά, τέλος.

Spanish (DGE)

-ές
I 1continuo, incesante βρονταί S.OC 1514, ὕδατα διατελῆ aguas de continuo fluir Ael.VH 13.1.
2 permanente, perpetuo νεώς Them.Or.4.52c, ἀρετή IG 7.2509 (Tebas II d.C.)
de regímenes y cargos políticos vitalicio τυραννίδες Pl.R.618a, προστάτης δ. ... τῆς πόλεως D.C.44.48.2.
II adv. -έως de forma continua, continuamente (οὖρον) ὑδατῶδες δὲ καὶ λευκὸν δ. ἐν χρονίοισι (una orina) continuamente acuosa y blanca en enfermedades crónicas Hp.Coac.565, cf. Acut.(Sp.) 15 (var.).

Greek Monolingual

διατελής, -ές (Α)
1. αδιάκοπος, συνεχής («διατελεῑς βρονταί»)
2. διαρκής, μόνιμοςτυραννίδες διατελεῑς»)
3. αιώνιοςἀρετὴ διατελής»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < διά + -τελής < τέλος].

Greek Monotonic

διατελής: -ές (τέλος), συνεχής, αδιάκοπος, διαρκής, σε Σοφ., Πλάτ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

διατελής -ές [διά, τέλος] voortdurend.

Russian (Dvoretsky)

διατελής:
1) постоянный, непрерывный (βρονταί Soph.);
2) длительный (τυραννίδες Plat.).

Middle Liddell

δια-τελής, ές adj τέλος
continuous, incessant, Soph., Plat.