Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διατύπωσις

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: διατύπωσις Medium diacritics: διατύπωσις Low diacritics: διατύπωσις Capitals: ΔΙΑΤΥΠΩΣΙΣ
Transliteration A: diatýpōsis Transliteration B: diatypōsis Transliteration C: diatyposis Beta Code: diatu/pwsis

English (LSJ)

[ῠ], εως, ἡ,

   A full and perfect shape, Arist.HA551b2; configuration, δ. ἀνδρείκελος Plu.Alex.72.    2 system, μηχανικῶν Hero *Mens.23.    3 vivid description, Longin.20.1, Alex.Fig.3.25, etc.    II regulation, apportionment, IG12(9).907.9 (Chalcis, iv A.D.), 14.455 (Catana, V A.D.), Ostr.Fay.23 (iii A.D.), PLips.63.6 (iv A.D.); disposition made by a legislator, Just.Nov.117.13; by a testator, ib.1.1.2.

German (Pape)

[Seite 609] ἡ, die Durchbildung, Gestaltung; ἐκ τῶν σκωλήκων εἰς τὴν διατύπωσιν ἦλθον αἱμέλιτται Arist. H. A. 5, 19; – die Vorstellung, Sp. – Als rhetor. Figur nach den Rhetoren, ὅταν μὴ τοὺς λόγους μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐνεργήματα καὶ τὰ πάθη καὶ τὰ ἤθη διατιθώμεθα.

Greek (Liddell-Scott)

διατύπωσις: [ῠ], εως, ἡ, τὸ περέχειν εἴς τι πλήρη καὶ τέλειον τύπον ἢ μορφὴν, Ἀριστ. Ἱστ.Ζ. 5.19,8· μορφὴ ἐξωτερική, σχῆμα, Πλούτ.Ἀλέξ. 72, Συλλ. Ἐπιγρ. 5694. 2) ζωντανή περιγραφή, Λογγῖν. 20. ΙΙ. διάταγμα, ὅρος, κανών, Ἑκκλ.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
configuration.
Étymologie: διατυπόω.

Spanish (DGE)

-εως, ἡ
I 1forma definida o determinada, configuración ὅταν δ' ἐκ τῶν σκωλήκων εἰς τὴν διατύπωσιν ἔλθωσι, καλοῦνται μὲν νύμφαι τότε de las abejas en su metamorfosis, Arist.HA 551b2, διατύπωσιν ἀνδρείκελον δέχεσθαι adoptar una configuración humana de un monte, Plu.Alex.72
conformación, creación καταπαύσας τὴν τῶν θνητῶν σύστασιν ἄρχεται ἑτέρων θειοτέρων διατυπώσεως Ph.1.44.
2 representación artística τῶν ὅλων I.AI 3.180
esp. ret. descripción detallada y vívida ταῖς ἀναφοραῖς ὁμοῦ καὶ τῇ διατυπώσει συναναπεπλεγμένα <ἔχοντα> τὰ ἀσύνδετα el asíndeton entremezclado con la anáfora y la descripción animada Longin.20.1, τὴν διατύπωσιν ποιησόμεθα ὅταν ... τὸ ἀδίκημα ἀπαγγέλλωμεν Theo Prog.108.35, cf. Alex.Fig.1.24, Sopat.Rh.Tract.66.7, ἐν ταῖς διατυπώσεσιν ... λέγοντες ὡς προσῆκον δεδακρυμένους, θρηνοῦντας Hermog.Inu.3.15 (p.169), cf. Aquila 26.3, Mart.Cap.5.524.
3 sistema, organización κατὰ τὴν τῶν μηχανικῶν διατύπωσιν Hero Mens.23, ἡ ἐκκλησιαστικὴ δ. Const.App.8.3.2, αἱ δὲ ψυχαὶ ... ταύτην λαβοῦσαι τὴν διατύπωσιν τῆς μορφῆς Meth.Res.3.18.4, cf. Const.Ep. en Eus.VC 3.18.6.
II admin. y jur.
1 biz. disposición, normativa trad. de lat. delegatio
a) ref. al documento de la cancillería imperial en que se fijaban anualmente los impuestos para todo el imperio δευτέρα καὶ τρίτη δ. PMerton 88.12.3 (IV d.C., cf. BL 8.209), α' δ. PCol.137.3 (IV d.C.), pasaba por diversas instancias admin. διατυπώσεως γενομένης παρὰ τοῦ προηγησαμένου Εὐσεβίου PLips.63.6 (IV d.C.), ἡ μερικὴ δ. τοῦ ... ἐνιαυτοῦ Iust.Nou.128.1;
b) p. ext. designa un impuesto sobre la propiedad de la tierra, en dinero o en especie ἀπαιτητὴς θείας διατυπώσεως PCair.Isidor.42.5, cf. 60.3 (ambos IV d.C.), διέγρ(αψε) ... θείας διατυπώσεως abonó en concepto de diuina delegatio, SB 9915.14 (III/IV d.C.), cf. PKöln 118.3, OMich.463 (ambos III d.C.), OFay.23.4 (III d.C.) en BL 1.133, PNepheros 44.24 (IV d.C.), ὑπὲρ διατυπώσεως PIen.inv.25.4 (IV d.C.) en ZPE 3.106.9;
c) gener. disposición imperial, sobre cuestiones diversas, Tib.II Nou.137.
2 disposición testamentaria διαθηκιμαία (sic) βούλησις ἐν τάξει τελευταίας ἐγγράφου διατυπώσεως PMasp.151.10, cf. 312.49 (ambos VI d.C.), αἱ τῶν τελευτησάντων διατυπώσεις Iust.Nou.66.1.4, cf. 1.1.2.
3 asignación, distribución de materiales para trabajos ἡ ὑπὸ παρουσίᾳ τῇ πάντων γενομένη δ. IG 12(9).907.9 (Calcis IV d.C.), cf. IG 14.455.1 (Catania V d.C.).

Greek Monotonic

διατύπωσις: [ῠ], -εως, ἡ, διαμόρφωση, σχηματοποίηση, διάπλαση, σε Πλούτ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

διατύπωσις -εως, ἡ [διατυπόω] vormgeving:. δ. ἀνδρείκελος een bewerking in de vorm van een man Plut. Alex. 72.6.

Russian (Dvoretsky)

διατύπωσις: εως (ῠ) ἡ образ, форма (διατύπωσιν ἀνδρείκελον δέχεσθαι Plut.): εἰς τὴν διατύπωσιν ἐλθεῖν Arst. принять зрелую (законченную) форму, оформиться.

Middle Liddell

διατύ˘πωσις, εως n
configuration, Plut.