Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαφορέω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: διαφορέω Medium diacritics: διαφορέω Low diacritics: διαφορέω Capitals: ΔΙΑΦΟΡΕΩ
Transliteration A: diaphoréō Transliteration B: diaphoreō Transliteration C: diaforeo Beta Code: diafore/w

English (LSJ)

   A = διαφέρω, spread abroad, disperse, κλέος εὐρὺ διὰ ξεῖνοι φορέουσι Od.19.333; σωρὸν… διαφορῆσαι ῥᾴδιον Diph.100; τὴν ὑγρότητα Plu.2.366c, etc.; πολλὰ τῆς οὐσίας ib.484a; δ. κραιπάλῃ τὴν κραιπάλην ib.127f:—Pass., διαπεφορῆσθαι Critias Fr.62 D.; τὰ διαπεφορημένα τῶν εἰδώλων Arist.Div.Somn.464b13.    2 carry away, τοὺς σταυρούς Th.6.100; esp. as plunder, χρήματα τὰ σὰ διαφορέει Hdt.1.88; ὧν κοινῇ διαπεφορημένων d.27.29.    3 plunder, ἐπαρχίας Plu.Brut.6, etc.:—Med., PSI5.522.5 (iii B.C.):—most freq. in Pass., οἶκον διαφορηθέντα Hdt.3.53; διαφορουμένης τῆς χώρας ὑπὸ λῃστῶν D.19.315; διαφορεῖσθαι τὴν γνώμην to be robbed of one's wits, Pl. Lg.672b.    4 tear in pieces, ἄλλαι δὲ δαμάλας διεφόρουν E.Ba.730; τινὰς τοξεύμασι Id.HF571; ὑπὸ κυνῶν τε καὶ ὀρνίθων διαφορεύμενος Hdt. 7.10.θ', cf. Ar.Av.338.    5 Pass., of ice, break up, Gp.19.6.4.    II = διαφέρω 1.1, carry across from one place to another, ἀπὸ τῶν ξυμμάχων προσόδου διαφορουμένης Th.6.91.    III Medic. (cf. διαφόρησις, -ητικός):    1 dissipate by evaporation, perspiration, etc., in Pass., Aret.SD2.1, Alex.Aphr.Pr.1.68, Gal.10.657, al.    2 'discuss', disperse by drugs or treatment, φύματα Dsc.5.156, cf. Gal.10.392: abs., Dsc.1.30.    3 exhaust by dissipating, weaken, καρδιακόν με διαφορεῖ πάθος Diog. Oen.66: metaph., ὁ μερισμὸς δ. καὶ ἐκλύει τὴν ἑκάστου δύναμιν Procl.Inst.86:—Pass., Gal.14.735.    IV Pass., dispute, debate, S.E.M.1.205.    V διαφορούμενον ἀξίωμα, v. διφορέω.

German (Pape)

[Seite 611] = διαφέρω, auseinandertragen; σωρόν, im Ggstz von συνάγειν, Diphil. Stob. flor. 15, 3; dah. – a) verbreiten, κλέος Od. 19, 333, τοῦ μέν τε κλέος εὐρὺ διὰ ξεῖνοι φορέουσιν πάντας ἐπ' ἀνθρώπους. – b) wegschleppen, Thuc. 6, 100; χρήματα, plündern, Her. 1, 88; διαφορουμένης τῆς χώρας ὑπὸ τῶν λῃστῶν Dem. 19, 315; vgl. 27, 29; Plat. Legg. III, 693 a, wo der Ggstz συμφορέω; vom Verthun des Vermögens, Is. 6, 39. 11, 31 u. Sp.; übertr., ἐν ἀγῶσι καὶ πολέμοις διαφορηθείς, umhergeschleudert, Plut. Timol. 13. – c) zerreißen, zerfleischen; δαμάλας σπαράγμασι Eur. Bacch. 738; ὑπο κυνῶν διαφορεύμενος Her. 7, 10; vgl. Ar. Av. 355. – Bei Medic. = Geschwulst zertheilen; auch = verdauen, eigtl. ein Verführen der genossenen Nahrung durch den Körper, Arist. Probl. 1, 67; Medic.; auch durch Schweiß, verdunsten, Medic. – Bei Plut. auch intrans., verlegen sein, περί τινος.

Greek (Liddell-Scott)

διαφορέω: διαφέρω, φέρω εἰς διάφορα μέρη, διασκορπίζω, ἐξαπλώνω, κλέος εὐρὺ διὰ ξεῖνοι φορέουσι Ὀδ. Τ. 333· σωρὸν… διαφορῆσαι… οὐ ῥᾴδιον Δίφιλ. ἐν Ἀδήλ. 19· τὴν ὑγρότητα Πλούτ. 2. 366C, κτλ.· τὴν οὐσίαν αὐτόθι 484Α· δ. κραιπάλῃ τὴν κραιπάλην αὐτόθι 127F. 2) λαμβάνω μετ’ ἐμαυτοῦ καὶ φεύγω, φέρω μακράν, Λατ. differre, τοὺς σταυροὺς Θουκ. 6. 100· ἰδίως ὡς λείαν, λάφυρα, χρήματα τὰ σὰ διαφορέει Ἡρόδ. 1. 88, πρβλ. 3. 53· ὧν κοινῇ διαπεφορημένων Δημ. 822. 28, πρβλ. 442. 25. 3) λεηλατῶ, λαφηραγωγῶ, οἶκον, πόλιν, κτλ., Ἡρόδ. 3. 53, κτλ.· διαφορεῖσθαι ὑπό τινος Δημ. 1120. 25· διαφορεῖσθαι τὴν γνώμην, ἀποστεροῦμαι τῶν φρενῶν μου, Πλάτ. Νόμ 672Β. 4) ὡσαύτως, κόπτομαι, σπαράττομαι εἰς τεμάχια, ἄλλαι δὲ δαμάλας διεφόρουν Εὐρ. Βάκχ. 739· ὑπὸ κυνῶν τε καὶ οἰωνῶν διαφορεύμενος Ἡρόδ. 7. 10, 8, πρβλ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 338. ΙΙ. = διαφέρω Ι. 1, φέρω ἀπὸ ἑνὸς τόπου εἰς ἕτερον, προσόδου ἀπὸ ξυμμάχων διαφορουμένης Θουκ. 6. 91. ΙΙΙ. ἐκκρίνω διὰ τοῦ ἰδρῶτος, Γαλην. κλ., πρβλ. διαφορητικός. - Παθ., ἐπὶ τῆς χιόνος, τήκομαι, Γεωπ. 19. 6, 4. IV. Παθ., εἶμαι ἀμφίβολος, Διογ. Λ. 7. 69.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
f. διαφορήσω;
1 emporter ; piller, ravager, dévaster;
2 mettre en pièces, briser, déchirer : ὑπὸ κυνῶν τε καὶ ὀρνίθων διαφορεύμενος (ion.) HDT déchiré par des chiens et des oiseaux de proie;
3 dissoudre (une tumeur) ; fig. relâcher : διαφορεῖσθαι ὑπὸ τοῦ οἴνου PLUT être brisé par l’ivresse.
Étymologie: διαφέρω.

Spanish (DGE)

I c. idea de mov.
1 llevar de un lado a otro τὸ τῶν ἰνῶν γένος ἐκ τῆς ἑαυτῶν ... τάξεως Pl.Ti.85c
de palabras divulgar τοῦ μέν τε κλέος εὐρὺ διὰ ξεῖνοι φορέουσι Od.19.333
en v. pas. ser llevado de aquí para allá διεφοροῦντο σαρκὸς ἐνδυτά E.Ba.746, ἐν ἀγῶσι καὶ πολέμοις διαφορηθείς Plu.Tim.13
simpl. ser llevado ἀπὸ τῶν ξυμμάχων προσόδου ἧσσον διαφορουμένης Th.6.91.
2 dispersar, esparcir δαμάλας ... σπαράγμασιν E.Ba.739, τοὺς δὲ πτερωτοῖς ... τοξεύμασιν E.HF 571, σωρὸν ... διαφορῆσαι ῥᾴδιον Diph.100, en v. pas. s. cont., Critias B 62, τὰ διαπεφορημένα καὶ διεστραμμένα τῶν εἰδώλων lo disperso y distorsionado de las imágenes Arist.Diu.Som.464b13.
3 fig. alterar en v. pas. ὑπὸ τῆς μητρυιᾶς Ἥρας διεφορήθη τῆς ψυχῆς τὴν γνώμην fue trastornado su juicio por su madrastra Hera (Heracles), Pl.Lg.672b, del ser inmutable τὸ μήτε ... εἰς ὄγκον διαπεφορῆσθαι Porph.Sent.39.
II c. idea de violencia
1 llevarse objetos de robo o pillaje, arrebatar, de donde robar χρήματα τὰ σὰ διαφορέει Hdt.1.88, διεφόρησαν τοὺς σταυροὺς παρ' ἑαυτούς Th.6.100, en v. pas. ὧν κοινῇ διαπεφορημένων de lo robado en común D.27.29
fig. llevarse por delante, arrasar ὕψος ... δίκην σκηπτοῦ πάντα διεφόρησε Longin.1.4.
2 saquear, someter a pillaje ταῦτα Is.6.39, τὰς κτήσεις D.S.20.55, (πόλεις) Plu.Brut.6, en v. pas. οἶκος Hdt.3.53, ἡ χώρα D.19.315.
3 despedazar, destrozar θηρὸς ἄρθρα E.Ba.1210, διαφορήσω σ' Ar.Eq.294, πάντα Paus.9.2.4, ὁ Αἴας λέγεται ταῖς ἀγέλαις ἐμπεσὼν διαφορῆσαί σφας Philostr.Her.19.5, en v. pas. ὑπὸ κυνῶν τε καὶ ὀρνίθων διαφορεύμενον Hdt.7.10θ, ὁλκοῖς γε ταυρείοισι διαφορουμένη E.Fr.10.59P., cf. Paus.2.34.7, de edificios τὰ πρόσλοιπα δὲ (τῆς στοᾶς) διαπεφορημένα κινδυνεύει εἰς ἔδαφος κατενεχθῆναι el resto (de la estoa) que está destrozado corre el riesgo de caer al suelo, IG 12(3).325.32 (Tera II d.C.), τὸ ἡρῷον διαπεφορημένον κατεσκεύασε TAM 5.1375.2 (Magnesia del Sípilo III d.C.)
fig. destrozar, echar por tierra (ταῦτα) τύχη δέ τις ... διεφόρησεν Pl.Ep.337d, ἦν ... πολὺς ἐν τῷ γελοίῳ διαφορῆσαι D.L.4.52, en v. pas. τὼ δὲ πρεσβύτα ... διαφορηθῆναι θ' ὑφ' ἡμῶν Ar.Au.338, cf. D.H.6.9.
III c. idea de supresión
1 disipar, disolver, deshacer κραιπάλῃ δὲ τὴν κραιπάλην Plu.2.127f, τὴν ... ὑγρότητα Plu.2.366c, cf. 914b, Gal.10.392, τὴν ἄλλην τροφήν Plu.2.669b, en v. pas. (αἱ σταγόνες) Aret.SD 2.1.10, cf. Alex.Aphr.Pr.1.68
en v. med.-pas. derretirse ὁ πάγος Gp.19.6.4
medic. resolver παρωτίδας Dsc.5.156, πελιώματα Dsc.5.11, cf. 1.30
fig. dilapidar, agotar τὰς προσόδους Is.6.43, πολλὰ τῆς οὐσίας Plu.2.484a.
2 debilitar καρδιακὸν γάρ με διαφ[ο] ρεῖ πάθος Diog.Oen.117.7 (ap. crít.), ὁ ... μερισμὸς διαφορεῖ ... τὴν ἑκάστου δύναμιν Procl.Inst.86
en v. med.-pas. debilitarse συμβαίνει τοὺς κάμνοντας διαφορεῖσθαι Gal.14.735, κενοῦσθαί τε καὶ διαφορεῖσθαι ref. al cuerpo vaciarse y debilitarse Gal.1.302, γηραιοῦ τοῦ σώματος ... διαφορηθέντος Hld.7.11.4.
IV curar en v. pas. ὑπὸ φαρμάκου δὲ διαφορεῖται καὶ ἵππος καὶ πᾶν ὑποζύγιον Arist.HA 604b28, cf. Hippiatr.Lugd.3, 38.

Greek Monotonic

διαφορέω: μέλ. -ήσω, = διαφέρω·
I. 1. διαδίδω ολόγυρα, διασκορπίζω, εξαπλώνω, σε Ομήρ. Οδ.
2. μεταφέρω, φέρνω μακριά, σε Θουκ.· ιδίως, ως διαρπαγή, λαφυραγωγία, σε Ηρόδ.
3. λεηλατώ, διαγουμίζω, οἶκον, πόλιν, σε Ηρόδ. — Παθ., διαφορεῖσθαι ὑπό τινος, σε Δημ.
4. σχίζω σε κομμάτια, σε Ευρ. — Παθ., σε Ηρόδ.
II. μεταφέρω απέναντι από τη μια άκρη στην άλλη, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

διαφορέω:
1) разносить, распространять (κλέος πάντας ἐπ᾽ ἀνθρώπους Hom. - in tmesi);
2) переносить, уносить (τοὺς σταυροὺς παρ᾽ ἑαυτούς Thuc.);
3) приносить, доставлять (πρόσοδος ἀπό τινος διαφορουμένη Thuc.);
4) расхищать, грабить (χρήματα Her.; χώραν Dem.; ὑπὸ τοῦ στρατοπέδου διαφορηθεῖσα πόλις Plut.);
5) разрывать, растерзывать (δαμάλας Eur.; ὑπὸ κυνῶν διαφορεύμενος Her.);
6) разбивать (τὰ διαπεφοημένα τῶν εἰδώλων Arst.): διαφορεῖσθαι ὑπὸ τοῦ οἴνου Plut. свалиться от вина;
7) разгонять, вышибать (οἴνῳ τὸν οἶνον погов. Plut.);
8) бросать в разные стороны, метать, швырять: ἔτη δέκα ἐν ἀγῶσι διαφορηθείς Plut. проведший десять лет в сражениях;
9) расточать, растрачивать (πολλὰ τῆς οὐσίας Plut.);
10) разделять: ἀξίωμα διαφορούμενον Diog. L. разделительное или условное предложение;
11) физиол. усваивать, переваривать (τὴν τροφήν Plut.).

Middle Liddell

fut. ήσω = διαφέρω
I. to spread abroad, Od.
2. to carry away, carry off, Thuc.; esp. as plunder, Hdt.
3. to plunder, οἶκον, πόλιν Hdt.:—Pass., διαφορεῖσθαι ὑπό τινος Dem.
4. to tear in pieces, Eur.:—Pass., Hdt.
II. to carry across from one place to another, Thuc.