Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δικαιοπραξία

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

German (Pape)

[Seite 626] ἡ, dasselbe, Iust. Mart.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
actuación justa θεοσέβεια καὶ δ. Iust.Phil.Dial.44.2, cf. 46.7.

Greek Monolingual

η
δήλωση της βούλησης ενός προσώπου που εκφράζεται για να δημιουργήσει, να μεταβάλλει ή να καταργήσει κάποια νομική του σχέση η οποία αναγνωρίζεται από το αστικό δίκαιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δίκαιον + -πραξία < πράξις].