Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διοικητής

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: διοικητής Medium diacritics: διοικητής Low diacritics: διοικητής Capitals: ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ
Transliteration A: dioikētḗs Transliteration B: dioikētēs Transliteration C: dioikitis Beta Code: dioikhth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ,

   A administrator, governor, στρατοπέδων Men.Pk.90, cf. Kol.6, Plb.27.13.2; esp. treasurer, LXX 2 Es.8.36, al., IG9(1).694.144 (Corc.), Plu.2.179f; chief financial official in Egypt, OGI53.7 (iii B. C.), PTeb.5.27 (ii B. C.), etc.; = Lat. procurator, Str.17.3.25, Plu.Ant.67, etc.: Astrol., controller, of the Seven Planets, Corp.Herm.1.9.

Greek (Liddell-Scott)

διοικητής: -οῦ, ὁ. διευθυντής, κυβερνήτης, Λατ. procurator, Πολύβ. 27. 12, 2, Στράβων 840.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
1 administrateur;
2 trésorier.
Étymologie: διοικέω.

Spanish (DGE)

-οῦ, ὁ

• Morfología: [dór. gen. -ᾶ IG 9(1).694.144 (Corcira II a.C.)]
I 1administrador, intendente de posesiones y bienes privados τῶν ὅλων Charito 1.12.8, ἀλλοτρίων Vett.Val.2.10, τῶν Θερσάνδρου χωρίων Ach.Tat.7.7.3, οἱ διοικηταὶ τῶν τοῦ κρ(ατίστου) Κλ. Ἡρῴδου SEG 29.127.2.24 (Ática II d.C.), cf. Men.Col.7, Luc.Asin.48, Alciphr.2.2.1, ISmyrna 685.4 (IV d.C.), δ. τῶν πραγμάτων de un gran personaje POxy.1899.5, 8 (V d.C.), de un consul ordinarius, POxy.3641.18 (VI d.C.).
2 fig. organizador, gobernador ὁ τῶν ὅλων δ. el que gobierna el universo ref. a Zeus, D.L.7.88, ὁ πρῶτος δ. τῶν ὅλων ref. a Cristo, Clem.Al.Strom.7.2.9, cf. ref. a los planetas Corp.Herm.1.9.
II polít. y admin.
1 administrador polít. y esp. econ., jefe de finanzas, tesorero δ. στρατοπέδων Men.Pc.280, δ. τῶν τῆς βασιλείας πραγμάτων I.AI 16.191, cf. LXX 2Es.8.36, D.S.2.21, Charito 4.5.1, Plu.Eum.3.14, Alex.48, 2.179f, Ps.Callisth.1.16.2, del consejo IG l.c., διοικηταὶ τῶν ὅλων administradores del estado ref. a los fariseos, I.BI 1.111, en la república romana, D.C.Epit.7.13.3, del gobernante en gener., Plu.2.464a, 601a, Vett.Val.71.8, del sumo sacerdote judío, I.AI 15.182, de una fratría INap.43.3 (I a.C./I d.C.), de cultos IIasos 245.9, 246.24 (ambas imper.), SEG 18.613.6 (Hermon IV d.C.), de un gimnasio IIasos 93.4, 9 (heleníst.), en la iglesia crist. BGU 2191.3, 2192.3 (ambos VI d.C.), de un sacerdote οἰκονόμος καὶ δ. τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων Const.App.2.35.3.
2 heleníst. administrador real, gobernador delegado en los territorios reales ἐπέμπετο δ' ἀεί τις τῶν φίλων ὕπαρχος καὶ δ. τῆς χώρας Str.11.2.18.8, cf. INikaia 1588.4 (heleníst.), SEG 1.366.17 (Samos III a.C.), CRIA 166.7 (III a.C.), SEG 29.1613.23 (Palestina II a.C.), IIasos 4.16 (II a.C.), Str.17.1.6, Paus.2.33.4
delegado, agente de Marco Antonio en Corinto, Plu.Ant.67, cf. 68, del César, I.BI 1.575.
3 en el Egipto ptol.:
a) ministro de finanzas dependiente del rey IPDésert 47 (III a.C.), IG 12(3).327.7 (Tera III a.C.), Epigr.Anat.21.1993.20 (Euromo III a.C.), PCair.Zen.3.15, PRev.Laws 23.3 (ambos III a.C.), PTeb.7.8, COrd.Ptol.53.27 (ambos II a.C.), BGU 1755.7 (I a.C.);
b) delegado del anterior en cada nomo ὁ δ. τῆς Θηβαίδος καὶ τ[ῶν ἄλλων προσ] κυρόντων τόπων SB 7377.7, cf. PCair.Zen.236.1 (ambos III a.C.), prob. en IGENLouvre 4.17 (III a.C.), PGrenf.2.23.10 (II a.C.), tb. en Chipre βασιλικοὶ διοικηταί Plb.27.13.2.
4 imper. procurador financiero imperial en las provincias, alto funcionario encargado de las finanzas y admin. εἰς μὲν τὰς Καίσαρος (sc. ἐπαρχίας) ἡγεμόνας καὶ διοικητὰς Καῖσαρ πέμπει Str.17.3.25, cf. Aristid.Or.50.97, Plu.2.207b
esp. en Egipto, perteneciente al consilium del prefecto ἐπίτροπον διοικητὴν Αἰγύπτου δουκηνάριον IEphesos 627.10, 3056.2 (ambas II d.C.), ὁ κράτιστος δ. Mitteis Chr.87, POxy.1032.54 (ambos II d.C.), POxy.61.15 (III d.C.), SEG 34.1552.2 (Egipto III d.C.)
tb. en biz. τῷ λαμπρο(τάτῳ) διοικητῇ τῆς Ἀπολλωνοπόλ(εως) PGrenf.1.63.3 (VI/VII d.C.).
5 juez κατὰ τοὺς νόμους οἱ διοικηταὶ τὰς ὑποθέσεις τεμνέτωσαν πρὸς τὸ φαινόμενον αὐτοῖς δίκαιον Cod.Iust.3.1.11, quizá f.l. por διαιτηταί o δικασταί.

Greek Monolingual

ο (AM διοικητής, Α και θηλ. διοικήτρια) διοικώ
αυτός που διοικεί ή διευθύνει μια υπηρεσία
νεοελλ.
1. «γενικός διοικητής» — αυτός που διευθύνει γενική διοίκηση
2. «στρατιωτικός διοικητής» — εκείνος που ασκεί τις έκτακτες εξουσίες που απορρέουν από την κήρυξη στρατιωτικού νόμου σε μια περιοχή
μσν.
διαχειριστής, αντιπρόσωπος
αρχ.
1. διαχειριστής, θησαυροφύλακας, ταμίας
2. (στην Αίγυπτο) ανώτατος οικονομικός υπάλληλος
3. (στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία) αυτός που κυβερνά μια διοίκηση
4. αστρολ. (για τους επτά πλανήτες) αυτός που καθορίζει, κυβερνά, ρυθμίζει την κίνηση τών άλλων πλανητών.

Russian (Dvoretsky)

διοικητής: οῦ ὁ
1) управляющий, правитель Men., Polyb., Plut.;
2) заведующий хозяйством, казначей Plut.