Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διφήτωρ

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: δῑφήτωρ Medium diacritics: διφήτωρ Low diacritics: διφήτωρ Capitals: ΔΙΦΗΤΩΡ
Transliteration A: diphḗtōr Transliteration B: diphētōr Transliteration C: difitor Beta Code: difh/twr

English (LSJ)

ορος, ὁ,

   A a searcher, βυθῶν διφήτορες Opp.H.2.435.

German (Pape)

[Seite 644] ορος, ὁ, der Aufsucher; βυθῶν Opp. H. 2, 435; vom Fischer, ibd.

Greek (Liddell-Scott)

δῑφήτωρ: -ορος, ὁ, ὁ ἐρευνητής, βυθῶν διφήτορες Ὀππ. Ἁλ. 2. 435· χρυσοῦ διφήτορες, ἀνερευνῶντες, ἀναζητοῦντες χρυσόν, Ἀνθ. Π. 8. 230.

French (Bailly abrégé)

ορος;
adj. m.
qui recherche.
Étymologie: διφάω.

Spanish (DGE)

-ορος, ὁ
buscador, explorador βυθῶν δ. Opp.H.2.435, cf. Nonn.Par.Eu.Io.21.7, χρυσοῦ διφήτορες ἄνδρες AP 8.230c (Gr.Naz.).

Greek Monolingual

διφήτωρ, ο, η
1. αυτός που ερευνά
2. φρ. α) «βυθῶν διφήτορες» — αλιείς, δύτες
β) «χρυσοῡ διφήτορες» — χρυσοθήρες.

Greek Monotonic

δῑφήτωρ: -ορος, ὁ, αυτός που ψάχνει για χρυσό, αυτός που αναζητά χρυσάφι, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

δῑφήτωρ: ορος ὁ искатель (χρυσοῦ διφήτορες ἄνδρες Anth.).

Middle Liddell

δῑφήτωρ, ορος, n διφάω
a searcher, χρυσοῦ after gold, Anth.