Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δοιάζω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: δοιάζω Medium diacritics: δοιάζω Low diacritics: δοιάζω Capitals: ΔΟΙΑΖΩ
Transliteration A: doiázō Transliteration B: doiazō Transliteration C: doiazo Beta Code: doia/zw

English (LSJ)

or δοάζω,

   A consider in two ways, be in two minds: hence, have a mind to, aor., δοίαξε φάσγανον ἐν στέρνοισι πᾶξαι B.10.87; also βουλὰς δοιάζεσκε was hesitating between... A.R.3.819; ὁππότε δοῦπον… δοάσσαι (poet. aor. opt.) when she imagined a noise, ib.955:— Med., δοάσσατο she doubted, ib.770; δοιάζοντο λεύσσειν imagined they saw, Id.4.576. (The forms in δοα- and some meanings are due to confusion with δοάσσατο.)

German (Pape)

[Seite 651] verdoppeln u. dah zweifelhaft sein; βουλὰς δοιάζεσκε, in dem Entschluß. Ap. Rh. 3, 819; δοιάζοντο λεύσσειν, sie vermeinten zu sehen, 4, 576. Er sagt auch δοάσσατο, war unschlüssig, 3, 770, wie ὁπότε δοῦπον δοάσσαι, wenn sie wähnte, 3, 955. Sonst nur in VLL.

Greek (Liddell-Scott)

δοιάζω: ἢ δοάζω (ἴδε ἐν τέλ.)· - σκέπτομαι κατὰ δύο τρόπους (πρβλ. τὸ τοῦ Ὁμήρου διάνδιχα μερμήριξε), δοίαξε (δοίαζε) δὲ φάσγανον ἄμφακες ἐν στέρνοις πᾶξαι Βακχυλ. 10. 87 (Blass)· βουλὰς δοιάζεσκε, ἀμφέβαλλε μεταξὺ…, Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 819· ὁπότε δοῦπον… δοάσσαι (ποιητ. ἀορ. εὐκτ.), ὁσάκις ἐφαντάζετο θόρυβον, αὐτόθι 955· ὡσαύτως ὡς μέσ., δοάσσατο, ἐδίστασεν, αὐτόθι 770· δοιάζοντο λεύσσειν, ἐνόμιζον, ἐφαντάζοντο ὅτι ἔβλεπον, ὁ αὐτ. Δ. 576. (Ἐκ τοῦ δύο, δοιοί, ἀμφιβάλλω· καὶ δὲν σχετίζεται πρὸς τὸ Ὁμηρικὸν δοάσσατο).

Spanish (DGE)

• Morfología: [impf. iter. δοιάζεσκε A.R.3.819; aor. opt. 3a sg. δοάσσαι A.R.3.955, v. med. ind. δοάσσατο A.R.3.770 (confundido c. δοάσσατο 1 q.u.]
dudar, dudar si, pensar momentáneamente, c. inf. δοίαξε φάσγανον ... ἐν στέρνοισι πᾶξαι, ἀλλά ... pensó clavarse una espada en el pecho, pero ... B.10.87, λεύσσειν οὔρεα δοιάζοντο A.R.4.576, c. ac. βουλὰς ... δοιάζεσκεν dudaba entre dos decisiones A.R.3.819, ὁππότε δοῦπον ἢ ποδὸς ἢ ἀνέμοιο παραθρέξαντα δοάσσαι cuando ella dudaba si el ruido que pasaba era de pasos o del viento A.R.3.955, abs. A.R.3.770.

• Etimología: De *du̯oi- < *du̯oH3-, e.e., de la r. que da lugar a δύο y a δείδω qq.u.

Greek Monolingual

δοιάζω και δοάζω (Α) δοιοί
1. σκέπτομαι με δύο τρόπους, διστάζω, αμφιβάλλω
2. νομίζω, φαντάζομαι (α. «ὁπότε δοῡπον δοάσσαι» — όποτε νόμιζε πως άκουγε κάποιο θόρυβο
β. «δοιάζοντο λεύσσειν». νόμιζαν πως έβλεπαν).