Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δούλειος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: δούλειος Medium diacritics: δούλειος Low diacritics: δούλειος Capitals: ΔΟΥΛΕΙΟΣ
Transliteration A: doúleios Transliteration B: douleios Transliteration C: doyleios Beta Code: dou/leios

English (LSJ)

α, ον, also ος, ον Pi.Fr.223, E.Tr.1330 (lyr.):—

   A slavish, servile, εἶδος Od.24.252; κεφαλή Thgn.535; τύχα Pi. l. c.; δούλειον ἦμαρ E.Hec.56, Andr.99, cf. Tr.1330; ζυγόν Pl.Lg.770e; ἤθη ib. 790a.

German (Pape)

[Seite 660] auch 2 End., δοαλειος ἡμέρα Eur. Tr. 1331; sklavisch; Homer einmal, Odyss. 24, 252 οὐδέ τί τοι δούλειον ἐπιπρέπει εἰσοράασθαι εἶδος καὶ μέγεθος, du hast nicht das Ansehen eines Sklaven, du siehst nicht wie ein Sklave aus; vgl. δούλιος; – τύχη Pind. frg. 244; ζυγά Aesch. Spt. 75, wie Plat. Legg. VI, 770 e; ἦμαρ Eur. Hec. 56.

Greek (Liddell-Scott)

δούλειος: -α, -ον, ὡσαύτως ος, ον Εὐρ. Τρῳ. 1330· ― δουλικός, εἶδος Ὀδ. Ω. 252· κεφαλὴ Θέογν. 535· τύχη Πίνδ. Ἀποσπ. 244· δούλειον ἦμαρ Εὐρ. Ἑκ. 56, Ἀνδρ. 99, πρβλ. Τρῳ. 1311, 1330· ζυγὸν Πλάτ. Νόμ. 770Ε· ἤθη αὐτόθι 790Α· πρβλ. δούλιος.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
d’esclave, servile ; de servitude.
Étymologie: δοῦλος.

English (Autenrieth)

(δοῦλος): slave like, servile, Od. 24.252†.

Spanish (DGE)

-α, -ον

• Alolema(s): -ήιος Hdt.3.14; fem. -ίη Thgn.535

• Morfología: [-ος, -ον E.Tr.1330]
1 de esclavo, propio de un esclavo, εἶδος Od.24.252, ἐσθής Hdt.3.14, οὔποτε δ. κεφαλὴ ἰθεῖα πέφυκεν jamás está erguida la cabeza de un esclavo Thgn.l.c., ζυγόν Pl.Lg.770e, Ep.354d, Amph.Seleuc.232, ἤθη Pl.Lg.790a, πισύρων ἀνέμων τελέσω δούλειον ἀνάγκην impondré a los cuatro Vientos la ley del esclavo Nonn.D.2.273.
2 de la esclavitud δ. ἦμαρ día de la esclavitud e.e. el día en que se pierde la libertad E.Hec.56, Andr.99, cf. Tr.1330, Luc.Philopatr.29, cf. tb. δουλεία.

Greek Monolingual

δούλειος, -α, -ον και -ος, -ον (Α)
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε δούλο, δουλικός.

Greek Monotonic

δούλειος: -α, -ον και -ος, -ον (δοῦλος), δουλικός, υπηρετικός, βοηθητικός, σε Ομήρ. Οδ., Θέογν., Αττ.

Russian (Dvoretsky)

δούλειος: ион. δουλήϊος 3 и 2 рабский, невольнический (εἶδος καὶ μέγεθος Hom.; τύχα Pind.; ζυγά Aesch. и ζυγόν Eur.; ἐσθής Her. - v. l. δουλίη): δούλειος ἁμέρα βίου Eur. рабское существование.

Middle Liddell

adj adj δοῦλος
slavish, servile, Od., Theogn., attic