Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δραχμή

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10
Full diacritics: δραχμή Medium diacritics: δραχμή Low diacritics: δραχμή Capitals: ΔΡΑΧΜΗ
Transliteration A: drachmḗ Transliteration B: drachmē Transliteration C: drachmi Beta Code: draxmh/

English (LSJ)

ἡ, (δράσσομαι, prop.

   A as much as one can hold in the hand, cf. Plu.Lys.17):    I a weight, drachm, [κρεῶν] prob.in IG12.10.4, Thphr.Od.17, etc.    2 a silver coin, drachma, worth six obols, Hdt.7.144, And.4.18, IG7.3171.52 (Orchom. Boeot.), 9(1).694.54 (Corc.), etc. [The penult. is long in Simon.157, and sts. in Com., Ar.V.691 (anap.), Pax 1201, Pl.1019, Pl.Com.174.17: δαρχμή is found in Hsch.; cf. δαρκνά.]

German (Pape)

[Seite 666] ἡ, eigtl. das Gefaßte, so viel man zwischen den Fingern fassen kann, vgl. δραγμίς; – a) als Gewicht betrug die attische Drachme 82 1/7 Pariser Gran, oder 1, 193961 Preußische Quentchen; die äginetische Drachme war = 12/3, attische. – b) als Silbermünze, = 6 Obolen, der hundertste Theil der Mine, etwa 4 Gr. Gold, etwas über 71/2 Sgr. nach dem älteren, 7 Sgr. 1, 68 Ps. nach dem neueren Münzfuße. Die äginetische Drachme hatte 10 attische Obolen. Nach Hesych. gab es auch eine Golddrachme, die wahrscheinlich 10 Silberdrachmen werth war. Die erste Sylbe findet sich lang Ar. Vesp. 689 Pax 1200 Pl. 1020 u. in einigen Fragm. der Komiker, wo Bergk die von Hesych. aufbewahrte Form δαρχμή zu schreiben vorschlägt.

Greek (Liddell-Scott)

δραχμή: ἡ, (ἐκ τοῦ δράσσομαι, κυρ., ὅσον δύναταί τις νὰ κρατήσῃ ἐντὸς τῆς χειρός του). 1) ἓν ἐκ τῶν Ἀττ. σταθμῶν ἰσοδύναμον περίπου πρὸς 4, 3 γραμμάρια· ἡ δὲ Αἰγυπτιακὴ ἦτο = 1 2/3 τῆς Ἀττικῆς· ὅρα Λεξικ. τῶν Ἀρχαιοτήτων. 2) Ἀττικὸν νόμισμα ἰσοδυναμοῦν πρὸς ἓξ ὀβολούς, σχεδὸν ἴσον τῷ Ρωμ. denario, Ἡρόδ. 7. 144, Ἀνδοκ. 32. 34, κτλ. ΙΙ. δραχμὰς ὡσαύτως μετεχειρίζοντο καὶ ἀλλαχοῦ, ὡς ἐν Ὀρχομενῷ, Συλλ. Ἐπιγρ. 1569. 111· ἐν Κερκύρᾳ, 1838, κτλ. [Ἡ παραλήγουσα εἶνε μακρὰ παρὰ τῷ Σιμων. 160, καὶ ἐνίοτε παρὰ τοῖς κωμικοῖς, ὅτε ὑπὸ Bergk καὶ Δινδ. διορθοῦται διὰ τοῦ τύπου δαρχμὴ (ὃν ἀναφέρει ὁ Ἡσύχ.), ἴδε Ἀριστοφ. Σφηξ. 691, Εἰρ. 1201, Πλ. 1019, Πλάτ. Κωμ. Φα. 2. 18· ἐνῷ ὁ Gaisford φαίνεται προτιμῶν τὸν τύπον δραγμὴ μνημονευόμενον ὑπὸ τοῦ Σουΐδ. ἐν λ. Ὁ τύπος drãchüma ἀπαντᾷ παρὰ Plaut. Trin.2. 4, 23]. - Πρβλ. δαρχνά.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
drachme attique, monnaie de six oboles.
Étymologie: δράξ.

Spanish (DGE)

-ῆς, ἡ

• Alolema(s): δαρχμά IO 4.3, 5.4 (ambas VI/V a.C.), IPArk.21 (Lusos V a.C.), IG 5(1).3.8, 14 (Tegea IV a.C.), SEG 24.361.6, 26 (Tespias IV a.C.); δαρκμά ICr.1.8.2 (Cnoso, arc.); δαρκνά ICr.4.80.6, 72.1.9, 33 (ambas Gortina V a.C.); δραγμή Phys.B 224.4, Rom.Mel.43.δʹ.1

• Morfología: [plu. ac. δαρκνάνς ICr.4.72.2.9 (Gortina V a.C.); gen. -ᾶν prob. error en IG 22.2498.5 (IV a.C.), -έον CID 1.7B.14 (V a.C.), -άων Nic.Th.102, Al.148; du. nom. -ά IG 13.4B.22 (V a.C.), beoc. -άω SEG 24.361.28 (Tespias IV a.C.); gen.-dat. -αῖν IG 13.4A.26 (V a.C.), Pl.Ax.366c, Arist.Ath.50.2, Aristid.Or.3.184]
1 lo que se puede coger en la mano, puñado, manojo ὀβελίσκων δαρχμάω δύο SEG ll.cc., cf. Phys.l.c., Rom.Mel.l.c.
2 numism. dracma unidad monetaria de plata:
a) δ. Αἰγιναία dracma eginética la más antigua y fuerte, de unos 6,900 gramos, extendida por casi toda la Hélade, esp. hasta el siglo IV a.C. CEG 354 (Peracora VII/VI a.C.), ICr.1.8.2 (Cnoso, arc.), CID 1.1 (VI/V a.C.), Th.5.47, CID 2.34.1.13 (IV a.C.), Αἰγιναίου (ἀργυρίου) δ. CID 2.34.1.20, 35 (IV a.C.), tb. llamada παχεῖα δ. en Acaya y Atenas, Zaleuc. en Hsch.λ 673, Poll.9.76, Hsch.s.uu. παχείᾳ δραχμῇ y λεπτὰς καὶ παχείας;
b) δ. Ἀττική o simpl. δ. dracma ática de aprox. 4,350 gramos, equiv. a 6 óbolos, Hdt.6.21, 7.144, Th.8.29, CEG 893 (Atenas V a.C.), And.4.18, Ar.Ach.960, V.691, Pax 1201, Pl.Com.188.17, Arist.Ath.10, Men.Epit.159, IG 7.3171.52 (Orcómeno III a.C.), Plb.31.25.5, Plu.Sol.15, Lys.17, Aristid.Or.3.184, εἰ πάνυ πολλοῦ δραχμῆς ... πριάμενοι (βιβλία) comprando (libros) por una dracma como mucho Pl.Ap.26d, τὸ τὴν οὐσίαν ἀποβαλεῖν οἱονεὶ δραχμὴν ἀποβαλεῖν perder la fortuna es como perder una dracma Chrysipp.Stoic.3.36, δραχμὴν μίαν εἶναι τὸ ἄκουσμα Ph.1.535, πέντ' οἶνος δραχμῶν vino de cinco dracmas, AP 5.181 (Asclep.), δραχμῆς ... δεκάς a una dracma la decena, AP 11.96 (Nicarch.), δραχμῆς ἐστιν ὁ γόγγρος ἅπας todo el congrio vale una dracma Hedyl.1501P., en época rom. equiv. a 7 óbolos POxy.9.ue.2 (III/IV d.C.), δ. ῥυπαρά dracma sucia en Egipto para indicar pagos en monedas de una dracma y no en tetradracmon PHamb.3.4 (I d.C.), δ. παλαιά dracma antigua e.d. anterior a Diocleciano PGrenf.2.77.17 (IV d.C.);
c) δ. Βοιωτίη dracma beocia acuñada por Tebas en el período anterior a la disolución de la liga beocia IOropos 276.5 (V/IV a.C.);
d) δ. Ἀλεξανδρεία dracma alejandrina o de Alejandro continuación de la dracma ática en época macedónica OGI 268.12 (Nacrasa III a.C.), IIasos 612.12 (II a.C.), ICr.3.3.1A.31 (Hierapitna III a.C.), IPr.25.10 (II a.C.?), ἀργυρίου Ἀλεξανδρείου δ. OGI 326.24 (Teos II a.C.)
en época heleníst. llamada según el rey cuya efigie estaba representada Ἀντιοχεία δ. dracma antioquena o de Antíoco, IIasos 4.24, 152.22 (ambas II a.C.), δ. Δημητρίειος dracma de Demetrio, Gonnoi 111.21 (III a.C.), Πτολεμαϊκοῦ νομίσματος δ. dracma ptolemaica, POxy.264.8 (I d.C.), cf. OGI 59.13 (III a.C.);
e) δ. Δελφίς dracma délfica de peso eginético, acuñada en Delfos desde la paz de Nicias (421 a.C.) CID 1.8.3 (V/IV a.C.);
f) δ. Κορινθία dracma corintia acuñada por Corinto desde la guerra del Peloponeso, de unos 2,900 gramos, Th.1.27, cf. CID 2.4.3.29 (IV a.C.), IG 9(1).694.54 (Corcira II a.C.);
g) δ. Ῥοδία dracma rodia de unos 3,250 gramos, acuñada en Rodas desde 189 a.C. y usada tb. en Asia Menor IG 11(2).287.47 (III a.C.), ID 1429B.2.21 (II a.C.), SEG 32.1306.8 (Cibira I d.C.), δ. τοῦ Ῥοδίου ἀργυρίου IG 12(5).817.5 (Tenos II a.C.), en Caria llamada ἀργυρίου λεπτοῦ Ῥοδίου δ. por op. al didracmon IMylasa 207.12, 212.5, 10 (ambas heleníst.), sustituyó a otra de peso eginético CID 2.5.2.18 (IV a.C.), tb. llamada δ. Ῥοδία παλαιά Milet 1(3).150.97 (II a.C.);
h) δ. χαλκίνη dracma de bronce, ID 1422.7 (II a.C.), Plin.HN 21.34, frec. en Egipto POxy.9.ue.6 (III/IV d.C.), χαλκοῦ (δραχμαί) PFay.55.7 (II d.C.) en BL 1.130;
i) δ. χρυσίου dracma de oro Hsch.;
j) uso gener. y en compar. μίαν δραχμὴν οὐκ ἔχειν no tener ni una dracma e.d. ser pobre Plu.2.1058c, cf. D.Chr.6.19, en la parábola de la dracma perdida y hallada Eu.Luc.15.8, cf. Ast.Am.Hom.13.12.5;
k) en el prov. δραχμὴ χαλαζῶσα dracma granizante cóm. ref. a la granizada caída en una época en la que la paga para espectáculos era de una dracma Com.Adesp.950.
3 metrol. dracma como unidad de peso gener. equiv. al peso de la dracma ática ἀβροτόνου δ. Hp.Mul.1.77, Morb.2.43, I.AI 11.16, δραχμὰς μὲν ὑπὸ πλάστιγγος ἀφέλκοις δοιάς Androm.117, φιάλη ... ὁλκὴ δραχμαὶ διακόσιαι τεσσεράκοντα ἑπτά Didyma 424.32 (III a.C.), cf. Thphr.Od.17, Plb.30.25.16, POxy.113.7 (II d.C.), PRyl.29.3, 12 (III d.C.), Sud.
indic. o abrev. de distintas formas, esp. c. la diplé < Gal.19.750, 757, CIG 4300.o.9, v.11 (ambas Licia I a.C.), media dracma indicada con la diplé > Gal.19.757
de peso equiv. al más antiguo denario romano, Gal.13.160, cf. EM 287.19G.
tb. equiv. al peso de la dracma eginética, Hp.Mul.1.78, de la milesia Didyma 444.7, 448.3, 449.10 (todas heleníst.). • DMic.: do-ka-ma-i (?).

• Etimología: Deriv. en -meH2 de la r. que da lugar a δράσσομαι q.u.

English (Strong)

from δράσσομαι; a drachma or (silver) coin (as handled): piece (of silver).

English (Thayer)

δραχμης, ἡ (δράσσομαι (hence, properly, a grip, a handful)) (from Herodotus down), a drachma, a silver coin of (nearly) the same weight as the Roman denarius (see δηνάριον): Luke 15:8f.

Greek Monolingual

και δραγμή και δραμή (AM δραχμή)
νεοελλ.
1. νομισματική μονάδα που αποτελεί τη βάση του νεοελληνικού νομισματικού συστήματος
2. (φαρμ.) μονάδα βάρους ίση με 3,75 γραμμάρια
αρχ.-μσν.
ό,τι μπορεί να περιλάβει κανείς στο χέρι του, δράγμα
αρχ.
1. αργυρό αττικό νόμισμα ίσο με 6 οβολούς
2. βάρος ίσο με 4,3 περίπου γραμμάρια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. δραχμή προέρχεται από το ρ. δράττομαι («αυτό που μπορεί να χωρέσει στην παλάμη, στη χούφτα») και φέρει επίθημα mā ή smā. Απαντά και στις άλλες διαλέκτους πλην της Ιωνικής-Αττικής, δαρχμᾶ (αρκαδ., κρητ.) δαρχνᾶ (κρητ.) και εισήχθη και σε ανατολικές γλώσσες πρβλ. αραβ. dirham, αρμ. dram κ.ά.].

Greek Monotonic

δραχμή: ἡ (δράσσομαι), κυρίως, όσα μπορεί να συγκρατήσει κάποιος μέσα στην παλάμη του, όπως το δράγμα·
1. μία από τις Αττ. μονάδες βάρους, δραχμή, που ζύγιζε γύρω στα 4,3 γραμμάρια· η Αιγινήτικη ήταν τα 2/3 της Αττικής.
2. Αττ. νομισματική μονάδα, δραχμή, αξίας 6 οβολών, δηλ. περίπου = με το Ρωμαϊκό denarius και το Γαλλ. franc, σε Ηρόδ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

δραχμή: и δαρχμή ἡ [δρασσομαι] драхма, «горсть»
1) мера веса = 4.366 г;
2) монета = 6 оболам Her., Thuc., Arph.; μίαν δραχμὴν οὐκ ἔχειν Plut.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: drachme, weight and coin (Ion.-Att.)
Other forms: δαρχμά (Arc., El., Knossos), δαρχνά (Gortyn, < -χμά Schwyzer 215f.)
Derivatives: δραχμιαῖος worth a d. (Att. etc.; after ἡμιωβολιαῖος etc., s. Chantr. Form. 49), also δραχμαῖος, -ήϊος (Nic.); - Dimin. δραχμίον (Aristeas). - Verbal noun in -μη, -μα (σμα?, Schwyzer 327) from δράσσομαι (s. v.), so prop. grasping with the hand, handfull (of oboles), cf. σπιθαμή, πυγμή etc.; we see δραχ- and δαρχ- in the zero grade.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: The two forms δραχ- and δαρχ- suggest that this is not a zero grade from *dr̥g(ʰ)- (cf. δάρκες s.v. δράσσομαι), and so that it is a Pre-Greek word. - From δραχμή Arab. dirham, Arm. dram etc., s. Bailey BSOAS 13, 128f.; NGr. δράμι from δραχμίον, with accent after Osm. dirhém, Maidhof Glotta 10, 10.

Middle Liddell

δραχμή, ἡ, n δράσσομαι
1. properly, a handful, like δράγμα:—an Attic weight, a drachm, weighing about 66 1/2 grains, the Aeginetan being = 2/3 Attic.
2. an Attic silver coin, a drachma, worth 6 obols, i. e. 9 3/4 d., nearly = Roman denarius and Fr. franc, Hdt., etc.

Frisk Etymology German

δραχμή: (ion. att.),
{drakhmḗ}
Forms: δαρχμά (ark., el., Knossos), δαρχνά (Gortyn, aus -χμά Schwyzer 215f.)
Grammar: f.
Meaning: Drachme, Gewicht und Münze.
Derivative: Davon δραχμιαῖος ‘eine D. wert’ (att. usw.; nach ἡμιωβολιαῖος u. a., s. Chantraine Formation 49), auch δραχμαῖος, -ήϊος (Nik.); — Demin. δραχμίον (Aristeas). — Verbalnomen auf -μη, -μα (σμα?, Schwyzer 327) von δράσσομαι (s. d.), also eig. das mit der Hand Fassen, Handvoll (von Obolen), vgl. σπιθαμή, πυγμή u. a. (Porzig Satzinhalte 289); δραχ- und δαρχ- repräsentieren verschiedene Formen der Schwundstufe.
Etymology : Aus δραχμή stammen arab. dirham, arm. dram und andere orientalische Formen, s. Bailey BSOAS 13, 128f. mit Lit.; ngr. δράμι aus δραχμίον, mit Akzent nach osm. dirhém, Maidhof Glotta 10, 10.
Page 1,415-416

Chinese

原文音譯:dracm» 笛拉赫姆
詞類次數:名詞(3)
原文字根:抓牢
字義溯源:銀幣,得拉克瑪(原文音譯),塊錢;約合一日工資。源自(δράσσομαι)*=抓緊)。(音譯:得拉克瑪)
出現次數:總共(3);路(3)
譯字彙編
1) 得拉克碼(3) 路15:8; 路15:8; 路15:9