Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δριμύτητα

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

η (AM δριμύτης)
1. οξύτητα γευστικών ουσιών
2. ορμητικότητα, σφοδρότητα
3. (για λόγο) δηκτικότητα, καυστικότητα
μσν.
ένταση
αρχ.
1. δολιότητα, πανουργία
2. ευφυΐα, οξύνοια
3. βλοσυρότητα, αυστηρότητα
4. (ρητ.) η χρησιμοποίηση εντυπωσιακών, κτυπητών λέξεων και φράσεων.