Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δριμύτητα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η (AM δριμύτης)
1. οξύτητα γευστικών ουσιών
2. ορμητικότητα, σφοδρότητα
3. (για λόγο) δηκτικότητα, καυστικότητα
μσν.
ένταση
αρχ.
1. δολιότητα, πανουργία
2. ευφυΐα, οξύνοια
3. βλοσυρότητα, αυστηρότητα
4. (ρητ.) η χρησιμοποίηση εντυπωσιακών, κτυπητών λέξεων και φράσεων.