Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δροσερός

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: δροσερός Medium diacritics: δροσερός Low diacritics: δροσερός Capitals: ΔΡΟΣΕΡΟΣ
Transliteration A: droserós Transliteration B: droseros Transliteration C: droseros Beta Code: drosero/s

English (LSJ)

ά, όν, (δρόσος)

   A dewy, watery, αἰθήρ, πηγαί, E.Ba.865 (lyr.), Hel.1335; νεφέλαι Ar.Nu.338 (anap.); dewy, fresh, λάχανα Id.Pl.298.    2 tender, soft, στόματα AP5.243 (Paul. Sil.).

German (Pape)

[Seite 668] thauig, bethaut, feucht, πηγαί, κρηνίς, Eur. Hel. 1351 Hipp. 208, wie λιβάς, Antip. Sid. 59 (VI, 291); αἰθήρ, Bacch. 863; νεφέλαι, Ar. Nubb. 338, u. A. Uebertr., weich, zart; στόμα, Paul. Sil. 2 (V, 244); λάχανα, Ar. Plut. 298; γένειον, Orph. Arg. 229.

Greek (Liddell-Scott)

δροσερός: -ά, -όν, (δρόσος) πλήρης δρόσου, αἰθήρ. πηγαὶ Εὐρ. Βάκχ. 865, Ἑλ. 1335· νεφέλαι Ἀριστοφ. Νεφ. 338· δροσερός, πρόσφατος, λάχανα ὁ αὐτ. Πλ. 298·- τρυφερός, μαλακός, στόμα Ἀνθ. Π. 5. 244.

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
1 humide de rosée;
2 frais, tendre, délicat.
Étymologie: δρόσος.

Spanish (DGE)

-ά, -όν

• Alolema(s): fem. -ή Orac.Sib.7.149, AP 5.250.5 (Paul.Sil.), 6.43.6 (Pl.Iun.), Nonn.D.22.137

• Morfología: [sg. gen. -οῖο Orph.A.227, AP 9.669.7 (Marian.), Nonn.D.37.86; plu. dór. gen. δροσερᾶν Ar.Nu.338; dat. δροσερῇσι Nonn.Par.Eu.Io.1.44]
1 cargado de agua, lleno de humedad, αἰθήρ E.Ba.865, Νεφέλαι Ar.l.c., cf. Nu.276
de lugares húmedo, cubierto de rocío δροσερῷ ἐνὶ χώρῳ Il.Paru.23, cf. Thphr.CP 3.6.8, δροσερῶν ἔσωθεν ἄντρων E.Cyc.516, κολῶναι A.R.2.164, λειμών AP 9.669.7 (Marian.), Nonn.D.7.346, de otras cosas πέπλοι Orph.H.43.6, ἅρμα Ἠοῦς Nonn.D.37.86, δροσερῇσι βολαῖς con sus destellos impregnados de rocío ref. la aurora, Nonn.Par.Eu.Io.l.c., μάννη ἡ δ. el maná que es rocío, que procede del rocío del maná bíblico Orac.Sib.l.c.
de vegetales húmedo, fresco λάχανα Philox.Cyth.7, βοτάνη Aesop.307, πόα Eutecnius C.Par.25.26
fig. δροσερῶν ἡδὺ μέλι στομάτων AP 5.244 (Paul.Sil.), cf. 7.195 (Mel.), θηλῆς λογικῆς πνεύματι δροσερῷ ἐμπιμπλάμενοι Clem.Al.Paed.Hym.51.
2 de aguas cristalinas Ἄραδος Phryn.Trag.9, δροσερὰ ... συνεχὴς κλειτύς E.Hipp.226, cf. Cyc.50, πηγαί E.Hel.1335, cf. AP 5.250.5 (Paul.Sil.), κρηνίς E.Hipp.208, κοιλάς AP 6.43.6 (Pl.Iun.), λιβάδες AP 6.291.5
subst. οἱ δροσεροί aguas, sinón. poét. de mar Καλλίνικος κεῖ<μα>ι ἐν δροσεροῖς TAM 5(1).661.4 (Daldis).
3 fig. tierno, joven, lozano ref. pers. y anim. ὑπὲρ δροσεροῖο γενείου Orph.A.227, ὀρτάλιχοι AP 5.292.4 (Agath.), τὰς γεραιὰς ἐκείνας καὶ δροσερὰς κατατρύχων σάρκας agotando las viejas carnes, lozanas en otro tiempo Gr.Naz.M.35.1028A.

Greek Monolingual

-ή και -ά, -ό (AM δροσερός, -ά, -όν)
1. γεμάτος δροσιά, ολόδροσος («δροσεραί πηγαί»)
2. νωπός, φρέσκοςδροσερά λάχανα»)
3. τρυφερός, μαλακός («δροσερόν στόμα»)
νεοελλ.
Ι. αυτός που μοιάζει σαν να σκορπίζει δροσιά («δροσερό γέλιο»)
II. το θηλ. ως ουσ. η δροσερά
εντομοφάγο φυτό της οικογένειας δροσερίδες.

Greek Monotonic

δροσερός: -ά, -όν (δρόσος), δροσολουσμένος, υγρός, γεμάτος νερό, νερουλός, σε Ευρ., Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

δροσερός:
1) росистый, влажный (αἰθήρ Eur.);
2) обильный влагой (πηγαί Eur.; νεφέλαι Arph.);
3) свежий, сочный (λάχανα Arph.; στόμα Anth.).

Middle Liddell

δροσερός, ή, όν adj adj adj δρόσος
dewy, watery, Eur., Ar.