Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δρύϊνος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: δρῠϊνος Medium diacritics: δρύϊνος Low diacritics: δρύϊνος Capitals: ΔΡΥΪΝΟΣ
Transliteration A: drýïnos Transliteration B: druinos Transliteration C: dryinos Beta Code: dru/i+nos

English (LSJ)

η, ον, (δρῦς) A oaken, Od.21.43, Hp.Fract.13, E.Ba. 1103, etc.; δ. πῦρ a fire of oak-wood, Theoc.9.19; μέλι δ. honey from the hollow of an oak, AP9.72 (Antip.(?)); ὁ δ. στέφανος Mon.Anc. Gr. 17.24.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 668] eichen, von Eichenholz; Homer einmal, Odyss. 21, 43 οὐδὸν δρύινον; – Eur. Bacch. 1101; πῦρ, Feuer von Eichenholz, Theocr. 9, 19; μέλι, Honig aus Eichenstämmen, Antip. 28 (IX, 72).

Greek (Liddell-Scott)

δρύϊνος: -η, -ον, (δρῦς) ἐκ δρυός, Ὀδ. Φ. 43, Ἱππ. Ἀγμ. 761, Εὐρ. Βάκχ. 1103, κτλ.· δρ. πῦρ, πῦρ ἐκ ξύλων δρυός, Θεόκρ. 9. 19· μέλι δρ. Ἀνθ. Π. 9. 72· ὁ δρ. στέφανος Συλλ. Ἐπιγρ. 4040 VI.

French (Bailly abrégé)

η, ον :
de bois de chêne.
Étymologie: δρῦς.

Spanish (DGE)

-η, -ον

• Prosodia: [-ῐ-]

• Morfología: [plu. dat. masc. δρυΐνοισι A.R.1.1124]
I 1de roble o encina οὐδός Od.21.43, στύλοι Hp.Fract.13, κλάδος E.Ba.1103, cf. A.R.l.c., 3.1215, Plb.21.27.4, ξύλα CID 2.58.1.25 (IV a.C.), ID 290.164 (III a.C.), 440A.88 (II a.C.), cf. Seleuc.46, αὐχένες IG 22.1672.308 (IV a.C.), ὀβελίσκοι IG 11(2).203A.50 (III a.C.), τράπεζαι ID 1450A.198 (II a.C.), ἐν πυρὶ ... δρυΐνῳ en fuego de madera de roble o encina Theoc.9.19, ἄνθρακες PMag.7.538, μέλι la de enjambres formados en oquedades del árbol AP 9.72.2 (Antiphil.), δ. στέφανος corona de hojas de roble, Mon.Anc.Gr.17.24, Plu.2.285f, D.C.53.16.4
subst. τὸ δρύϊνον madera de roble o encina βαπτιζομένου τοῦ δρυΐνου ref. al hasta de un arpón, Plb.34.3.7, cf. Paus.8.17.2.
2 fig. de pers. cabezota, obstinado οὐ δ.
Men.Mis.App.p.351, de Esaú, Ph.1.528, cf. 551.
II subst. αἱ δρύϊναι bellotas Ath.91a.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM δρύϊνος, -ον)
ο φτιαγμένος από βαλανιδιά
νεοελλ.
το αρσ. ως ουσ. ο δρύινος
1. μικρό υμενόπτερο έντομο
2. ανιοβόλο φίδι της νοτιοανατολικής Ασίας
φρ. «δρύϊνον πῡρ» — φωτιά από ξύλα βαλανιδιάς.

Greek Monotonic

δρύϊνος: -η, -ον (δρῦς), φτιαγμένος από ξύλο βελανιδιάς, σε Ομήρ. Οδ., Ευρ.· δρ. πῦρ, φωτιά από ξύλα βελανιδιάς, σε Θεόκρ.· μέλι δρ., σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

δρύϊνος: δρῦς дубовый (οὐδός Hom.; κλάδοι Eur.; μέλι Anth.): δρύϊνον πῦρ Theocr. костер из дубовых дров.