Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δυναμικός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: δῠνᾰμικός Medium diacritics: δυναμικός Low diacritics: δυναμικός Capitals: ΔΥΝΑΜΙΚΟΣ
Transliteration A: dynamikós Transliteration B: dynamikos Transliteration C: dynamikos Beta Code: dunamiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A powerful, efficacious, ἐρωτήματα Chrysipp.Stoic. 2.90 (Comp.); τὸ τοῦ λόγου δ. Phld.Rh.1.378 S. (Sup.); λόγος, of a magician's spell, Ps.-Callisth.1.3; πρός τι Plb.22.21.4, Onos.12.2 (Comp.); κατὰ τὴν σωματικὴν ἕξιν Plb.36.16.3 (Sup.); of wine, potent, Ath.1.26b (Sup.).    2 potential, τὸ δ., opp. τὸ ὑποστατικόν, τὸ ἐνεργητικόν, Dam.Pr.61.    b Gramm., expressing possibility, δ. σύνδεσμος (of κα) Sch. Theoc.1.4.

German (Pape)

[Seite 672] vermögend, wirksam, kräftig; Theophr.; Pol oft πρός τι, 22, 21, 4.

Greek (Liddell-Scott)

δυναμικός: -ή, -όν, ἰσχυρός, δυνατός, ἀποτελεσματικός, Χρύσιππ. παρὰ Πλουτ. 1036Ε· πρός τι Πολύβ. 22. 21, 4· κατά τι ὁ αὐτ. 37. 3, 3 ἐπὶ οἴνου, ἰσχυρός, δυνατός, Ἀθήν. 26Β.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 puissant, efficace;
2 fort.
Étymologie: δύναμις.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
I sent. fís.
1 de animados fuerte, poderoso, potente de pers. ἀνδρώδης ἦν καὶ δ. πρὸς τὰς πολεμικὰς χρείας Plb.22.21.4, cf. Onas.12.2, δυναμικώτατος ... κατὰ τὴν σωματικὴν ἕξιν Plb.36.16.3, de astros, Vett.Val.254.18, ἡ μὲν πρὸς τῇ Μαυρουσίᾳ ... δυναμικωτέρα de una región, Str.17.3.12, λέων Erot.Fr.Pap.Tefn.D1.50
milit. de fuerzas de ataque, Plb.5.11.3, cf. 6.50.4, de soldados, Plb.4.11.8, 6.5.9.
2 de venenos, ungüentos potente, eficaz Theopomp.Hist.181b, Dsc.1.55.2
del vino fuerte, generoso δυναμικώτατος γάρ ἐστι καταμένων ἐν ταῖς ἕξεσι τῶν πινόντων Ath.26b, cf. Gp.6.2.3, 7.3.2.
II fil.
1 dotado de un potencial, eficiente, eficaz οὔτε γὰρ ἔντοσθεν ἄλλα τις αἰτία δυναμικωτέρα αὐτᾶς (τῆς ψυχῆς) εὑρεθήσεται porque dentro (del cosmos) no se encontrará ninguna otra causa más eficiente que (el alma) Philol.B 21, cf. Ocell.13, de los primeros principios o elementos, Thphr.Metaph.6b.25
en el neoplatonismo, neutr. subst. τὸ δ. la potencialidad una de las tres propiedades de la sustancia, op. τὸ ὑποστατικόν y τὸ ἐνεργητικόν Dam.Pr.61.
2 poderoso, de la palabra sólido, convincente ἐρωτήματα Chrysipp.Stoic.2.90, λόγος Phld.Rh.1.378.
III gram. que expresa posibilidad σύνδεσμος de la conj. dór. κά Sch.Theoc.1.4k.
IV adv. -ῶς potencialmente Dam.in Prm.173.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM δυναμικός, -ή, -όν)
ισχυρός, δυνατός, ενεργητικός
νεοελλ.
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη δύναμη ή την ενέργεια
2. αυτός που στηρίζεται στη χρήση δύναμης ή επιτυγχάνεται με τη χρήση δύναμης (υλικής) ή βίας («δυναμική λύση», «δυναμικοί άνθρωποι»)
3. το θηλ. ως ουσ. η δυναμική
ο κλάδος της μηχανικής που εξετάζει τις σχέσεις μεταξύ τών δυνάμεων και τών κινήσεων τις οποίες προκαλούν
4. το ουδ. ως ουσ. το δυναμικό
α) όρος της μαθηματικής φυσικής που αναφέρεται στις συναρτήσεις τών οποίων οι μεταβολές απορρέουν από κάποια θεωρία
β) φρ. «το ανθρώπινο δυναμικό», «το εργατικό δυναμικό», «το καλλιτεχνικό δυναμικό» κ.λπ.
το σύνολο τών ανθρώπων, εργατών, καλλιτεχνών κ.λπ. που μπορούν να προσφέρουν εργασία αποδοτική.

Russian (Dvoretsky)

δῠνᾰμικός: сильный, могучий, мощный (ἄνθρωποι Polyb.; ἐρωτήματα Plut.): δ. κατὰ τὴν σωματικὴν ἕξιν Polyb. крепкий телом; δ. πρὸς τὰς πολεμικὰς χρείας Polyb. воинственный.