Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δυσπιστία

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: δυσπιστία Medium diacritics: δυσπιστία Low diacritics: δυσπιστία Capitals: ΔΥΣΠΙΣΤΙΑ
Transliteration A: dyspistía Transliteration B: dyspistia Transliteration C: dyspistia Beta Code: duspisti/a

English (LSJ)

ἡ,

   A disbelief, Aët.7.118.

German (Pape)

[Seite 687] Schwergläubigkeit, Mißtrauen, K. S.

Greek (Liddell-Scott)

δυσπιστία: ἡ, δυσκολία περὶ τὸ πιστεύειν, Κλήμ. Ἀλ. 444.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
incredulidad, desconfianza δυσπιστίαν γὰρ τοῖς ἀκούουσι ἐμποιεῖ Aët.7.117, cf. Zos.Alch.209.8
falta de fe, dificultad para creer en la fe cristiana ἡ δ. ἕξις δυσπαράδεκτος πίστεως Clem.Al.Strom.2.6.28, οὐ ... πᾶσιν Ἕλλησιν δυσπιστίαν ἐγκαλεῖν ἔστιν Soz.HE 1.1.7, cf. Eus.HE 2.17.18.

Greek Monolingual

η (AM δυσπιστία, Μ και δυσπιστιά)
έλλειψη εμπιστοσύνης, επιφυλακτικότητα.