Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δυστυχέω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: δυστῠχέω Medium diacritics: δυστυχέω Low diacritics: δυστυχέω Capitals: ΔΥΣΤΥΧΕΩ
Transliteration A: dystychéō Transliteration B: dystycheō Transliteration C: dystycheo Beta Code: dustuxe/w

English (LSJ)

Ion. impf.

   A ἐδυστύχεον Hdt.8.105: aor. ἐδυστύχησα Pl. Mx.243a: pf. δεδυστύχηκα Id.La.183c, Isoc.4.55, Lyc.Trag.5:— Pass., v. infr.:—to be unlucky, unfortunate, Hdt. l.c., etc.; ἐπεύχομαι τῷδε μὲν εὐτυχεῖν… τοῖσι δὲ δ. A.Th.482 (lyr.), cf.S.Ant.1159; γάμοις E.Ph.424; παίδων πέρι Id.Andr.713; ἔν τινι Ar.Ra.1449; εἴς τι Pl.La. 183c; κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν Id.Alc.2.148d; περί τι Plu.Cam. 11: c. acc., πάντα δυστυχῶ E.Hec.429; δυστυχεῖν ἄμορφον γυναῖκα to be curst with…, AP11.287 (Pall.); μανίαν Ach.Tat.4.17; τῆς ἀλλοδαπῆς βαρυτέραν τὴν πατρίδα δυστυχήσασα Hld.10.16:—Pass. in same sense, ὅταν τις δυστυχηθῇ is made unfortunate, Pl.Lg.877e; τὰ ὑφ' ἑτέρων δυστυχηθέντα Lys.2.70, cf. Plu.Pyrrh.4.

German (Pape)

[Seite 689] unglücklich sein, Mißgeschlick haben; Aesch. Prom. 345 u. öfter, wie Soph., Plat. u. Folgende; τινί, durch, in etwas, Aesch. Spt. 464; γάμοις Eur. Phoen. 406; ἔν τινι, Ar. Ran. 1445, wie Luc. D. Deor. 14, 1; περί τινος, Eur. Andr. 714; u. häufiger περί τι, in Bezug auf etwas, Plut. Camill. 38 u. öfter; auch εἴς τι, Plat. Lach. 183 c; ὅσα περὶ τοὺς ἔρωτας ἐδυστύχησε Luc. sacrif. 4; vgl. tyrannic. 4; πάντα, in Allem, Eur. Hec. 429; ἄμορφον γυναῖκα, d. i. ein häßlich Weib zu leiden haben, Pallad. 8 (XI, 287); πατρίδα βαρυτέραν τῆς ἀλλοδαπῆς Hel. 10, 18. – Pass., vom Mißgeschicke betroffen werden, berunglücken; ἐάν τις δυστυχηθῇ τῶν οἴκων Plat. Legg. IX, 877 e; τὰ ὑφ' ἑτέρων δυστυχηθέντα, Anderer Mißgeschick, Lys. 2, 70; vgl. Plut. Pyrrh. 4.

Greek (Liddell-Scott)

δυστῠχέω: Ἰων. παρατατ. ἐδυστύχεον Ἡρόδ. 8. 105· ἀόρ. ἐδυστύχησα Πλάτ. Μενεξ. 243Α· πρκμ. δεδυστύχηκα ὁ αὐτ. Λάχ. 183C, Λυκόφρ. παρὰ Στοβ. 119. 13. ― Παθ., ἴδε κατωτ.· (δυστυχής). Εἶμαι ἀτυχής, δυστυχής, «ἄτυχος», Ἡρόδ. ἔνθ’ ἀνωτ. καὶ Ἀττ.· ἐπεύχομαι τῷ μὲν εὐτυχεῖν…, τοῖσι δὲ δ. Αἰσχύλ. Θήβ. 482, πρβλ. Σοφ. Ἀντ. 1159· τινι, εἴς τι πρᾶγμα, Εὐρ. Φοιν. 424· περί τινος ὁ αὐτ. Ἀνδρ. 713· ἔν τινι Ἀριστοφ. Βατρ. 1449· εἴς τι Πλάτ. Λάχ. 183C· κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ὁ αὐτ. Ἀλκ. 2. 148D· περί τι Πλούτ. Καμίλλ. 11· ἤ μετ’ αἰτιατ., πάντα δυστυχεῖν Εὐρ. Ἑκ. 429· δυστυχεῖν ἄμορφον γυναῖκα, ἔχω τὴν δυστυχίαν νὰ ἔχω…, Ἀνθ. Π. 11. 287. ― Παθ., ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐννοίας, ἐάν τις δυστυχηθῇ Πλάτ. Νόμ. 877Ε· τὰ δυστυχηθέντα, ἀποτυχίαι, Λυσ. 197. 13.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
impf. ἐδυστύχουν, f. δυστυχήσω, ao. ἐδυστύχησα, pf. δεδυστύχηκα;
Pass. ao. ἐδυστυχήθην;
1 être malheureux ; syn. de mourir, succomber : ἐν ναυμαχίᾳ XÉN dans un combat naval;
2 en parl. de choses être dirigé sans succès, aboutir à un échec ; τὰ δυστυχηθέντα LYS les revers.
Étymologie: δυστυχής.

Spanish (DGE)

(δυστῠχέω)
• Morfología: [no contr. pres. part. δυστυχέοντες Democr.B 54; impf. 3a sg. ἐδυστύχεε Hdt.8.105]
1 ser desgraciado, sufrir infortunio ἐγὼ γὰρ οὔ, κεἰ δυστυχῶ, θέλοιμ' ἂν ... A.Pr.345, cf. Th.482, S.Ant.1159, Epich.272, οἱ ἀξύνετοι δυστυχέοντες σωφρονέουσι Democr.l.c., ὅταν οὖν τις ἅμα δυστυχήσῃ ... τῶν οἴκων Pl.Lg.877e, cf. Men.Georg.80, Lyc.Fr.5, Anaximen.Rh.1439b29, Aesop.83.1, en el amor πολλὰς πρότερον νύκτας δυστυχήσας X.Eph.1.9.2
c. ac. int. οὐ γὰρ τὰ πάντα ἐδυστύχεε ὁ Ἑρμότιμος Hdt.l.c., ὧδε πάντα δυστυχῶ E.Hec.429, cf. I.AI 16.368, τοιαῦτα δυστυχῶ μόνη Men.Her.76, cf. POxy.120.26 (IV d.C.)
c. dat. o rég. prep. ἆρ' ... τοῖς γάμοις ... δυστυχεῖς; ¿eres desgraciado en el matrimonio? E.Ph.424, cf. Synes.Ep.125, δυστυχεῖν δι' αὑτόν Gorg.B 11a.20, cf. Arr.Epict.3.24.63, καταγελῶ ... ἐφ' οἷσι δυστυχοῦσι Hp.Ep.17.5, περὶ τὰ οἰκεῖα Plu.Cam.11, cf. Vett.Val.16.32, κατ' ἀμφότερα δυστυχῶν sintiéndose desgraciado ante ambas cosas (la salida y la puesta del sol), dicho de un noctámbulo, Chamael.8, δυστυχῶ ... ἐν τοῖς ἐρωτικοῖς Luc.DDeor.16.1, cf. Sacr.4
fig. ὁ τύμβος δυστυχῶν ὁ σός si tu tumba tiene mala fortuna, e.e., si no recibe los honores debidos, S.OC 402
part. aor. pas. neutr. plu. subst. τὰ δυστυχηθέντα desgracias Plu.Comp.Thes.Rom.3, τὰ δυστυχηθέντα τῇ μητρί μου las desgracias sufridas por mi madre Sch.E.Andr.249.
2 fracasar, no tener suerte εἰ κείνῳ γένος μὴ 'δυστύχησεν ref. la falta de hijos S.OT 262, παίδων πέρι E.Andr.713, ἐν τούτοισι Ar.Ra.1449, εἰς τοῦτο Pl.La.183c, εἰκότως δ. ἐνόμιζον Th.7.18, cf. Fauorin.Fort.19, en v. med. mismo sent., Plu.2.344a
en cont. de guerra sufrir derrota δυστυχησάσης τῆς πόλεως Isoc.9.52, Is.5.7, δυστυχήσαντος δὲ οἰκείου στρατοπέδου X.Cyn.12.4, cf. Pl.Mx.243a, Alc.2.148d, Plb.38.8.13, δεύτερον δυστυχῆσαι sufrir una segunda derrota I.AI 6.25, c. rég. prep. ἐκ τῆς στρατείας Isoc.4.55, κατὰ πόλεμον Aeschin.3.88
part. aor. pas. neutr. plu. subst. τὰ ὑφ' ἑτέρων δυστυχηθέντα las derrotas sufridas por unos y otros Lys.2.70
menos frec. de cosas ir mal βρότεια πράγματ'... εἰ δὲ δυστυχῇ A.A.1328, part. pas. c. sent. act. τῶν δὲ κατ' ἐκείνους δυστυχηθέντων pero cuando se pusieron mal las cosas entre aquéllos Plu.Pyrrh.4.
3 sufrir la desgracia de, soportar c. ac. ὁ τὴν γυναῖκα τὴν ἄμορφον δυστυχῶν el que por desgracia tiene una mujer fea, AP 11.287 (Pall.), μανίαν Ach.Tat.4.17.3, τῆς ἀλλοδαπῆς βαρυτέραν τὴν πατρίδα Hld.10.16.9, ἀναρχίαν ἐδυστύχει τὸ πολίτευμα Lyd.Mag.1.35.
4 fact. hacer sufrir ὡς καὶ διὰ τούτων θάνατον δυστυχεῖν πλείονα de forma que la muerte en esas condiciones aumenta el sufrimiento Ach.Tat.3.4.5.

Greek Monotonic

δυστῠχέω: Ιων. παρατ. ἐδυστύχεον, μέλ. -ήσω, αόρ. αʹ ἐδυστύχησα, παρακ. δεδυστύχηκα, (δυστυχής)· είμαι άτυχος, δυσαρεστημένος, θλιμμένος, σε Ηρόδ., Αττ.· τινί, με κάτι, σε Ευρ.· περί τινος, στον ίδ.· ἔν τινι, σε Αριστοφ.· επίσης, πάντα δυστυχεῖν, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

δυστῠχέω: тж. pass. быть несчастливым, терпеть неудачу, не иметь успеха (τι, τινι и περί τινος Eur., εἴς τι Plat., περί и πρός τι Plut., ἔν τινι Luc.): τὰ δυστυχηθέντα Lys., Plut. неудачи.

Middle Liddell

δυστῠχέω, δυστυχής
to be unlucky, unhappy, unfortunate, Hdt., attic; τινι in a thing, Eur.; περί τινος Eur.; ἔν τινι Ar.; also, πάντα δυστυχεῖν Eur.