Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δωδεκάεδρος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: δωδεκάεδρος Medium diacritics: δωδεκάεδρος Low diacritics: δωδεκάεδρος Capitals: ΔΩΔΕΚΑΕΔΡΟΣ
Transliteration A: dōdekáedros Transliteration B: dōdekaedros Transliteration C: dodekaedros Beta Code: dwdeka/edros

English (LSJ)

ον, (ἕδρα)

   A with twelve surfaces: δωδεκάεδρον, τό, dodecahedron, Euc.11 Def.28, 13.17, Arist.Cael.307a16.

German (Pape)

[Seite 693] zwölfsitzig, mit zwölf Grundlagen, Seitenflächen, ein Dodekaeder; Plut. plac. philos. 2, 6; τὸ δ., Tim. Locr. 98 d; Euclid.

Greek (Liddell-Scott)

δωδεκάεδρος: -ον, (ἕδρα) ἔχων δώδεκα ἕδρας· δωδεκάεδρον, τό, Τίμ. Λοκρ. 98D, Ἀριστ. Οὐρ. 3. 8, 9.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
de douze faces, dodécaèdre.
Étymologie: δώδεκα, ἕδρα.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM δωδεκάεδρος, -ον)
1. αυτός που έχει δώδεκα έδρες
2. το ουδ. ως ουσ. το δωδεκάεδρο
στερεό σώμα με δώδεκα έδρες.