Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δωδεκαήμερος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: δωδεκᾰήμερος Medium diacritics: δωδεκαήμερος Low diacritics: δωδεκαήμερος Capitals: ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΣ
Transliteration A: dōdekaḗmeros Transliteration B: dōdekaēmeros Transliteration C: dodekaimeros Beta Code: dwdekah/meros

English (LSJ)

ον,

   A of twelve days, Eust.128.13.

German (Pape)

[Seite 693] zwölftägig, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

δωδεκαήμερος: -ον, ὁ ἐκ δώδεκα ἡμερῶν, τὸ δ., τὸ μεταξὺ τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων διάστημα, Ἐκκλ.

Spanish (DGE)

-ον de doce días de duración, ἀποδημία Eust.128.15.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM δωδεκαήμερος, -ον)
1. αυτός που διαρκεί δώδεκα ημέρες
2. το ουδ. ως ουσ. το δωδεκαήμερο(ν) διάστημα δώδεκα ημερών, ειδικά το χρονικό διάστημα μεταξύ Χριστουγέννων και Θεοφανείων.