Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δωτίνη

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: δωτίνη Medium diacritics: δωτίνη Low diacritics: δωτίνη Capitals: ΔΩΤΙΝΗ
Transliteration A: dōtínē Transliteration B: dōtinē Transliteration C: dotini Beta Code: dwti/nh

English (LSJ)

[ῑ], ἡ,

   A gift, present, Il.9.155, Od.9.268, Hdt.1.61; δωτίνην δοῦναι give as a free gift, ib.69, cf. Them.Or.21.260d.    II rent in kind, IG4.841.8,11 (Calauria, iii B.C.).

German (Pape)

[Seite 696] ἡ, die Gabe, das Geschenk, die Beschenkung; Hom. viermal, Odyss. 9, 268. 11, 352 Iliad. 9, 155. 297; – Theocr. 17, 114; ἀγείρειν, Her. 1, 61; δωτίνην δοῦναί τι, etwas als Geschenk geben, d. i. umsonst, 1, 69. 6, 62. 89, wie δωρεάν. Von Sp. Themist.

Greek (Liddell-Scott)

δωτίνη: [ῑ], ἡ, δῶρον, δωρεά, Ἰλ. Ι. 155, Ὀδ. Ι. 268, Ἡρόδ. 1. 61· δωτίνην δοῦναι, νὰ δώσῃ ἄνευ ἀμοιβῆς, ὡς δῶρον, χάρισμα, ὡς τὸ δωρεάν, Ἡρόδ. 1. 69. ― Ἄχρηστον παρ’ Ἀττ.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
don, présent ; adv. • δωτίνην HDT gratuitement ; en pure perte, en vain.
Étymologie: δώτης.

English (Autenrieth)

δῶρον.

Spanish (DGE)

-ης, ἡ

• Alolema(s): dór. -α Sokolowski 3.59.8, 11 (Calauria III a.C.), Theoc.17.114, SEG 41.282.9 (Argos, heleníst.)

• Prosodia: [-ῑ-]
1 don, presente c. noción de obligación o reciprocidad ἄνδρες ... οἵ κέ ἑ δωτίνῃσι θεὸν ὣς τιμήσουσι Il.9.155, 297, εἴ τι πόροις ξεινήϊον ἠὲ καὶ ἄλλως δοίης δωτίνην, ἥ τε ξείνων θέμις ἐστίν Od.9.268, ἐπεὶ οὔτιν' ἐέλπετο φέρτερον εἶναι πάντων ἡρώων κτήνεσσί τε δωτίναις τε Hes.Fr.200.9, ἤγειρον δωτίνας ἐκ τῶν πολίων αἵτινές σφι προαιδέατό κού τι Hdt.1.61, cf. 6.62, δωτίναν ἀντάξιον ὤπασε τέχνας Theoc.l.c., σηκὸν ... δείμαντο δωτίνην θεᾷ erigieron un templo en agradecimiento a la diosa Lyc.959, cf. Call.Fr.202.46, A.R.1.89, Orph.L.55, Q.S.2.112, 3.259
ac. como adv. gratuitamente Κροῖσος δέ σφι ὠνεομένοισι ἔδωκε δωτίνην y Creso entregó gratuitamente (el oro) a los que habían ido a comprarlo Hdt.1.69, cf. 6.89, ὅτι μὴ δωτίνην τὰ φάρμακα ἐπαλείφουσιν (ζωγράφοι) Them.Or.21.260d.
2 renta, tasa de arriendo de tierras τὸ χωρίον ἐκδωσοῦντι δωτίνας Sokolowski l.c., cf. SEG l.c., MAMA 8.544.9 (Afrodisias, imper.).

Greek Monolingual

δωτίνη, η (Α)
δώρο, δωρεά.

Greek Monotonic

δωτίνη: [ῑ], ἡ (δί-δωμι), δώρο, προσφορά, δωρεά, χάρισμα, σε Όμηρ., Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

δωτίνη: (ῑ) ἡ дар, подарок Hom., Her.: δωτίνην Hes., δωτίναν Theocr. в дар, в виде подарка или награды.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δωτίνη -ης, ἡ [δώτης] gift, geschenk;. Κροῖσος δέ σφι ὠνεομένοισι ἔδωκε δωτίνην Kroisos gaf het (goud) aan hen, terwijl ze het wilden kopen, als geschenk Hdt. 1.69.4.

Middle Liddell

δωτί¯νη, ἡ, δίδωμι
a gift, present, Hom., Hdt.