Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δόναξ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: δόναξ Medium diacritics: δόναξ Low diacritics: δόναξ Capitals: ΔΟΝΑΞ
Transliteration A: dónax Transliteration B: donax Transliteration C: donaks Beta Code: do/nac

English (LSJ)

ᾰκος, ὁ, poet. gen. δούνακος AP (v. infr.), dat.

   A δώνακι Theoc. (v. infr.): (δονέω, 'a reed shaken with the wind'):—pole-reed, Arundo Donax, smaller than the κάλαμος (Eust.Il.1165.23), Il.10.467, Od. 14.474, Thphr.HP4.11.11, etc.; δόνακες καλάμοιο reed-stalks, h.Merc. 47.    2 bed of reeds, App.BC3.67, al.    II anything made of reed,    1 shaft of an arrow, Il.11.584.    2 shepherd's pipe, Pi. P.12.25 (pl.), A.Pr.574 (lyr.), Theoc.20.29.    3 fishing-rod or limed reed, AP7.702 (Apollonid.).    4 bridge of the lyre, Ar.Ra. 232.    III shell-fish, = σωλήν, Diph.Siph. ap. Ath.3.90d.

German (Pape)

[Seite 656] ακος, ὁ, das Rohr; Dorisch δῶναξ, Ionisch δοῦναξ; von δονέω, weil es im Winde schwankt; das Wort ist poet., = pros. κάλαμος. Apoll. Lex. Hom. p. 59, 29 Δόνακας· καλάμους. Bei Homer δόναξ dreimal: Odyss. 14, 474 ἂν δόνακας καὶ ἕλος; Iliad. 10, 467 συμμάρψας δόνακας; Iliad. 11, 584 ἐκλάσθη δὲ δόναξ, der (von Rohr gemachte) Schaft des Pfeiles, vgl. Scholl. Aristonic. – Folgende: 1) Rohr; δόνακες καλάμοιο, Rohrhalme, H. h. Merc. 47; στέφει ἑαυτὸν δόναξι Aeschin. ep. 10, 4. Alles aus Rohr Gemachte; – a) der Pfeil; p. D. L. 1, 103; Leon. Tar. 12 (VI, 296). – b) Leimruthe, Apollnds. 23 (VII, 702). – c) Rohrpfeife, Hirtenpfeife; Aesch. Prom. 574; Pind. P. 12, 25 im plur.; Theocr. 20, 29 u. a. D. – d) ὑπολύριος, der Steg auf der Lyra, Ar. Ran. 233. – e) Schreibrohr, oft in Anth. – 2) das Männchen der Scheidenmuschel, die σωλήν heißt, Ath. III, 90 d.

Greek (Liddell-Scott)

δόναξ: -ᾰκος, ὁ, Ἰων. δοῦναξ, Δωρ. δῶναξ (ἐκ τοῦ δονέω, πρβλ. «κάλαμος ὑπὸ ἀνέμου σαλευόμενος», πρβλ. ῥὶψ ἐκ τοῦ ῥίπτω)· λεπτότερος τοῦ καλάμου, «καὶ δοκοῦσιν ἐκ δονάκων μὲν σύριγγες γίνεσθαι, αὐλοὶ δὲ ἐκ καλάμων» (Εὐστ. Ἰλ. 1165. 23), Ἰλ. Κ. 466, Ὀδ. Ξ. 474, κτλ., πρβλ. δονακεύς· δόνακες καλάμοιο, καλάμων καυλοί, Ὕμν. Ὁμ εἰς Ἑρμ. 47. ΙΙ. πᾶν τὸ ἐκ καλάμου κατεσκευασμένον, 1) ὁ ἄτρακτος, ἡ ῥάβδος βέλους, Ἰλ. Λ. 584. 2) ὡς τὸ σῦριγξ, σωλὴν ἢ αὐλὸς ποιμενικός, Πίνδ. Π. 12. 44, Αἰσχύλ. Πρ. 574, Θεόκρ. 20. 29. 3) κάλαμος πρὸς ἁλιείαν (πρβλ. δονακόεις), Ἀνθ. Π. 7. 702. 4) ἡ μαγάς, ἡ γέφυρα τῆς λύρας («καβαλλάρης»), Ἀριστοφ. Βατρ. 232. ΙΙΙ. εἶδος ὀστρακοδέρμου, = σωλήν, Ἀθήν. 90D.

French (Bailly abrégé)

ακος (ὁ) :
I. roseau, plante;
II. p. ext. tout objet fait de roseau :
1 chalumeau, flûte champêtre;
2 flèche;
3 chevalet d’une lyre.
Étymologie: δονέω.

English (Autenrieth)

ακος: reed; shaft of an arrow, Il. 11.584.

English (Slater)

δόναξ
   1 reed νόμον λεπτοῦ διανισόμὲνον χαλκοῦ θαμὰ καὶ δονάκων, τοὶ παρὰ καλλιχόρῳ ναίοισι πόλι Χαρίτων Καφισίδος ἐν τεμένει i. e. by Orchomenos. (cf. fr. 70.) (P. 12.25)

Greek Monolingual

(-ακος), ο (AM δόναξ
Α και δοῡναξ και δῶναξ)
1. καλάμι, βλαστός, στέλεχος φυτού, κοτσάνι
2. οστρακόδερμο με οδοντωτά εσωτερικά χείλη
νεοελλ.
κόσμημα τών ραβδώσεων τών κιόνων και των παραστάδων σε σχήμα ημικυκλικής ράβδου
αρχ.
1. κρεβάτι από καλάμια
2. οτιδήποτε φτιαγμένο από καλάμι (π.χ. ο στύραξ, η άτρακτος του βέλους)
3. η σύριγγα
4. καλάμι για ψάρεμα, καλαμίδι
5. η γέφυρα, ο καβαλάρης της λύρας
6. γραφίδα, πένα, κοντύλι.

Greek Monotonic

δόναξ: -ᾰκος, ὁ, Ιων. δοῦναξ, Δωρ. δῶναξ (από το δονέω, «καλάμι που ταρακουνά ο αέρας», πρβλ. ῥίψ από το ῥίπτω
I. καλάμι, σε Όμηρ.· δόνακες καλάμοιο, μίσχοι, κοτσάνια καλαμιών, σε Ομηρ. Ύμν.
II. οτιδήποτε παρασκευάζεται από καλάμια:
1.ράβδος, στυλιάρι βέλους, σε Ομήρ. Ιλ.
2. ποιμενικός αυλός, σε Αισχύλ., Θεόκρ.
3. καλάμι ψαρέματος ή κλωνάρι καλυμμένο με κόλλα, (πρβλ. δονακόεις), σε Ανθ.
4. καβαλάρης (μαγάδιο) της λύρας, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

δόναξ: ион. δοῦναξ, дор. Theocr. δῶναξ, ᾰκος ὁ
1) тростник, камыш Hom., Aesch., Eur., Arph., Arst.: δόνακες καλάμοιο HH тростниковые стебли;
2) тж. pl. тростниковая свирель (κηρόπακτος ὀτοβεῖ δ. Aesch.; νόμος δονάκων Pind.);
3) удочка (ἄγρη δούνακος Anth.);
4) тростниковая стрела, древко стрелы (ἐκλάσθη δ. Hom.);
5) тростниковое перо (для письма) (δόνακες ἀκροβελεῖς Anth.);
6) подставка, кобылка (δ. ὑπολύριος Arph.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: pole-reed, what is made of it, shaft of an arrow, pipe (Il.).
Other forms: also δῶναξ, δοῦναξ (s. below), -ακος
Derivatives: δονακεύς thicket of reeds (Σ 576 -κῆα, lengthening at verse end?; cf. Boßhardt Die Nom. auf -ευς 21f.), also bird-catcher (Opp. K. 1, 73) postverbal to δονακεύομαι catch birds with a lime-stick (AP); δονακών thicket of reeds (Paus.); δονακήματα αὑλήματα H.; s. Chantr. Form. 178. - δονακώδης rich in reed (B.), δονακόεις id. (E.), δονάκινος (H. s. κερκίδας; uncertain); δονακῖτις made of reed, also plant name (AP; Redard Les noms grecs en -της 71, 112, Strömberg Pflanzennamen 36); δονακηδόν reed-like (A.D.). (Uncertain Δονάκτας surname of Apollon (Theopomp. Hist. 281), perh. for Δονακίτης (Redard 208).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: The forms δῶναξ (Theoc. 20, 29 beside δόναξ Ep. 2, 3 and Pi. P. 12, 25), δοῦναξ (AP) are explained as Hyperdialektisierungen (or, for δοῦναξ, as metrical lengthening, Schulze Q. 205). But this is not an explanation. They are more prob. variants of a Pre-Greek word (see Beekes, Pre-Greek, 6.1 on vowels, where we find ο\/ου and ου\/ω); this is confirmed by -αξ. - Mostly connected with δονέω shake (see the parallels in Strömberg Pflanzennamen 76f.), which is most doubtful. The comparison with Latv. duonis reed would require a long o; the vowel of δόναξ would come from δονέω. (Not here Goth. tains twig etc.) - δόναξ is also the fish σωλήν (Ath.) - Nehring Glotta 14, 181 considers δόναξ as unGreek.

Middle Liddell

n n n [from δονέω, "a reed shaken by the wind, " cf. ῥίψ from ῥίπτω
I. a reed, Hom.; δόνακες καλάμοιο reed- stalks, Hhymn.
II. anything made of reed,
1. the shaft of an arrow, Il.
2. a shepherd's pipe, Aesch., Theocr.
3. a fishing-rod or limed twig (cf. δονακόεισ), Anth.
4. the bridge of the lyre, Ar.

Frisk Etymology German

δόναξ: {dónaks}
Forms: auch δῶναξ, δοῦναξ (s. unten), -ακος
Grammar: m.
Meaning: Rohr, was aus Rohr gemacht ist, Pfeilschaft, Hirtenpfeife, Leimrute (poet. seit Il., auch Thphr.).
Derivative: Davon mit auffallender Örtlichkeitsbedeutung δονακεύς Röhricht (Σ 576 -κῆα, Erweiterung am Versende?; danach AP 6, 64, Opp. H. 4, 507; vgl. die Fälle bei Boßhardt Die Nom. auf -ευς 21f.), auch Vogelfänger (Opp. K. 1, 73) als Postverbale zu δονακεύομαι Vögel mit Leimrute fangen (AP), vgl. Boßhardt 35; δονακών Röhricht (Paus. u. a.); δονακήματα· αὐλήματα H.; zur nominalen Ableitung Chantraine Formation 178. — δονακώδης rohrreich (B. u. a.), δονακόεις ib. (E. in lyr., AP), δονάκινος (H. s. κερκίδας; nicht sicher); δονακῖτις aus Rohr gemacht, auch Pflanzenname (AP, Ps.-Dsk.; Redard Les noms grecs en -της 71, 112, Strömberg Pflanzennamen 36); δονακηδόν rohrähnlich (A. D.).
Etymology : Unsicher Δονάκτας Beiname des Apollon (Theopomp. Hist. 281), vielleicht für Δονακίτης (Redard 208). Die Nebenformen δῶναξ (Theok. 20, 29 neben δόναξ Ep. 2, 3 und Pi. P. 12, 25), δοῦναξ (AP) scheiden als Hyperdialektisierungen (bzw., für δοῦναξ, als metrische Dehnung, Schulze Q. 205) für die Beurteilung aus. Da die Mehrzahl der Wörter auf -αξ etymologisch undurchsichtig sind, bleibt die herkömmliche Anknüpfung an δονέω schütteln, obwohl völlig annehmbar (vgl. die Parallelfälle bei Strömberg Pflanzennamen 76f.), etwas ungewiß. Der Vergleich mit lett. duonis Schilf, Binsen (Fick; s. Bq und WP. 1, 776) ist verlockend; falls damit urverwandt, könnte δόναξ seinen Vokal von δονέω bezogen haben (vgl. zu κλόνις). Got. tains Zweig und Verw. (Bugge, Fick) sind jedenfalls fernzuhalten. Verfehlt Ribezzo RIGI 1 : 3, 49 (zu lat. iuncus). — Nehring Glotta 14, 181 hält δόναξ für ungriechisch.
Page 1,409