Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δύσβατος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: δῠσβᾰτος Medium diacritics: δύσβατος Low diacritics: δύσβατος Capitals: ΔΥΣΒΑΤΟΣ
Transliteration A: dýsbatos Transliteration B: dysbatos Transliteration C: dysvatos Beta Code: du/sbatos

English (LSJ)

ον,

   A hard to traverse, impassable, ἀμαχανίαι Pi.N.7.97; τόπος Pl.R.432c; τὰ δ., = δυσχωρίαι, X.Cyr.2.4.27: metaph., δ. καὶ μακρὰ διερμήνευσις lamb.Myst.5.5.    II trodden in sorrow, Περσὶς αἶα A.Pers. 1069 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 677] schwer zugänglich, unwegsam; ἀμηχανίαι Pind. N. 7, 97; τόπος Plat. Rep. IV, 432 c; öfter bei Folgdn; τὸ δ., unwegsame Gegend, Xen. Cyr. 2, 4, 27.

Greek (Liddell-Scott)

δύσβᾰτος: -ον, δύσπορος, δυσπόρευτος, ἀδιάβατος, ἀμαχανίαι Πίνδ. Ν. 7. 143· τόπος Πλάτ. Πολ. 432C· τὰ δ.= δυσχωρίαι, Ξεν. Κύρ. 2. 4, 27.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
d’un accès difficile ; τὰ δύσβατα régions d’accès difficile.
Étymologie: δυσ-, βαίνω.

English (Slater)

δύσβᾰτος, -ον
   1 impassable, difficult δύνασαι δὲ βροτοῖσιν ἀλκὰν ἀμαχανιᾶν δυσβάτων θαμὰ διδόμεν (N. 7.97)

Spanish (DGE)

-ον
1 sobre lo que es difícil pasar, escarpado, difícilmente practicable de superficies terrestres Περσὶς αἶα A.Pers.1073, δυσβάτοισ' ἐπὶ πέτραις Simon.74.2 (var.), cf. Babr.72.5, τόπος Pl.R.432c, cf. Arist.HA 578a26, Plb.3.91.8, τάφροι Plb.4.11.4, cf. Luc.Herm.25, del camino hacia el Hades, Leon.2455P., cf. Ph.1.380, Vett.Val.240.26, λόφος Hell.Oxy.2.17, πύλαι Lyc.409, cf. 993, ὄρη Str.16.2.20, Paus.10.17.10, Aristid.Or.26.100, IAxoum 277.7 (I d.C.), cf. Nonn.D.22.40, Q.S.8.373
fig. lleno de dificultades δύσβατα ... πάντα ποιεῖν τοῖς ἐχθροῖς Pl.Lg.761a, ἀμαχανίαι Pi.N.7.97, διερμήνευσις Iambl.Myst.5.5, ἐντολαί Herm.Mand.12.4.4
del mar difícil de surcar en sent. fig. Hippol.Haer.7.13.1
subst. τὰ δ. terreno difícil μήποτε ... ἐλαύνειν ὄπισθεν ἵπποις δύσβατα ποιούμενον nunca avanzar (hacia el enemigo) dejando tras sí terreno difícil para los caballos X.Eq.Mag.8.9, cf. Cyr.2.4.27, I.AI 14.432, Them.Or.21.254d, Eutecnius Th.Par.12.3.
2 adv. -ως con dificultad para acceder Sch.Call.SHell.251.23.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM δύσβατος, -ον)
(για τόπο) αυτός τον οποίο δύσκολα μπορεί να περάσει κανείς, δυσκολοπέραστος
αρχ.
1. επίπονος
2. αυτός που χτυπήθηκε άσχημα από συμφορά
3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα δύσβατα
δυσχωρίαι.

Greek Monotonic

δύσβᾰτος: -ον, I. αδιάβατος, απροσπέλαστος, κακοτράχαλος, σε Ξεν.
II. εξουθενωμένος από θλίψη, μελαγχολία, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

δύσβᾰτος:
1) труднопроходимый, малодоступный (τόποι Arst., Polyb., Diod.; χώρα Plut.);
2) трудноодолимый, трудный (ἀμαχανίαι Pind.);
3) злосчастный, злополучный (Περσὶς αἶα Aesch. - v. l. δυσβάϋκτος).

Middle Liddell

δύσ-βᾰτος, ον
I. inaccessible, impassable, Xen.
II. trodden in sorrow, Aesch.