Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δύση

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

η (AM δύσις)
1. η κάθοδος του ήλιου ή άλλων ουράνιων σωμάτων στον ορίζοντα, το βασίλεμα
2. το σημείο του ορίζοντα όπου εξαφανίζεται ο ήλιος
3. ο χρόνος κατά τον οποίο γίνεται η δύση
4. παρακμή, κατάπτωση, τέλος («η δύση του αρχαίου κόσμου»)
νεοελλ.
η Δύση
1. οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης
2. οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής
αρχ.
καταφύγιο, κρύπτη.