Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δύσκριτος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: δύσκρῐτος Medium diacritics: δύσκριτος Low diacritics: δύσκριτος Capitals: ΔΥΣΚΡΙΤΟΣ
Transliteration A: dýskritos Transliteration B: dyskritos Transliteration C: dyskritos Beta Code: du/skritos

English (LSJ)

ον,

   A hard to discern or interpret, ἄστρων δύσεις A.Pr.458; κληδόνες ib.486; ὀνείρατα Id.Ag. 981 (lyr.), cf. S.Tr.949 (lyr.); δ. νοῦσοι hard to determine, doubtful, Hp.Aph.3.8; but δύσκριτα ἐγένετο there was an obscure crisis, Id.Epid.3.12; δ. ἐστι πότερον… ἢdifficult of solution, Id.Aph.1.12, Pl.R.433c. Adv. -τως doubtfully, darkly, A.Pr.662; δ. ἔχειν to be in doubt, Ar.Ra.1433.

German (Pape)

[Seite 683] dasselbe, ἄστρων δύσεις Aesch. Prom. 458; schwer zu beurtheilen, ὀνείρατα Ag. 981; schwer zu entscheiden, Soph. Tr. 945; u. so Plat. Rep. IV, 423 c, mit folgdm πότερον; auch Sp.; – adv., δυσκρίτως, z. B. εἰρημένον Aesch. Prom. 665; ἔχω, ich bin unentschieden, Ar. Ran. 1429; von Krankheiten, mit schwerer, unglücklicher Krisis, Medic.

Greek (Liddell-Scott)

δύσκρῐτος: -ον, δυσδιάκριτος, δυσερμήνευτος, ἀστέρων δύσεις Αἰσχύλ. Πρ. 458· κληδόνες αὐτόθι 486· ὀνείρατα ὁ αὐτ. Ἀγ. 981, πρβλ. Σοφ. Τρ. 949· - δ. νόσημα, δύσκολον νὰ ὁρίσῃ τις αὐτό, ἀμφίβολον, Ἱππ. Ἀφ. 1243, ἀλλὰ, Ἐπιδ. 3. 1086., ἔχον ἐπικίνδυνον κρίσιν· - δ. ἐστι, μετ’ἀπαρ., Πλάτ. Πολ. 423C, - Ἐπίρρ. -τως, ἀμφιβόλως, ἀσαφῶς;, σκοτεινῶς, Αἰσχύλ. Πρ. 662· δ. ἔχειν, εἶμαι ἐν ἀμφιβολία, Ἀριστοφ. Βατρ. 1433.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
difficile à discerner, à reconnaître ; fig. difficile à interpréter ; difficile à décider, à juger.
Étymologie: δυσ-, κρίνω.

Spanish (DGE)

(δύσκρῐτος) -ον
I 1difícil de conocer o de interpretar ἀντολὰς ἐγὼ ἄστρων ἔδειξα τάς τε δυσκρίτους δύσεις yo los ortos y las puestas de los astros difíciles de interpretar enseñé A.Pr.458, κληδόνες δύσκριτοι presagios difíciles de interpretar A.Pr.486, ὀνείρατα A.A.981, de sufrimientos, S.Tr.949, νοσήματα ... δυσκριτώτατα τοῖς ἀπείροισιν Hp.Morb.Sacr.17
difícil de determinar, de decidir εἶναι καὶ δύσκριτον ὁπότερος ἀμείνων εἴη Pl.Hp.Mi.370e, cf. R.433c, αἵρεσις D.60.15, ἀπορία D.S.15.53, τί ... χρὴ ποιεῖν; δ. γὰρ ἐμοὶ γοῦν τοῦτο Luc.ITr.11, τὸ αἴτιον ... ἀνεύρετον ἢ δ. Eun.VS 497
difícil de juzgar δ. πρᾶγμα καὶ ζητήσεως δεόμενον πολλῆς Plu.2.413a, πάντα ... ὅσσα κακαῖς γνώμαις ... δύσκριτα Orph.H.62.7
neutr. subst. τὸ δ. ἐν ταῖς διαγνώσεσιν ἐς τὴν τῶν δικαστηρίων ἀκρίβειαν D.C.56.40.4
raro de pers. indeciso παλινάγρετος καὶ δ. del filósofo Arcesilao, Numen.25.31.
2 medic. caracterizado por una crisis cuyo resultado es incierto de enfermedades, Hp.Aph.1.12, 3.8, τὰ κρίσιμα μὴ κρίνοντα, τὰ μὲν θανατώδεα, τὰ δὲ δύσκριτα los momentos críticos en que no se presentan crisis, unos son anuncio de muerte, otros de crisis de resultado incierto Hp.Epid.2.1.6
neutr. plu. subst. crisis de resultado incierto Hp.Epid.3.2.3, 12.
II adv. -ως en forma difícilmente discernible, confusamente χρησμοὺς ... δ. τ' εἰρημένους A.Pr.662
δ. ἔχειν estar confuso o con dudas αἰδοῦς δὲ καὐτὸς δ. ἔχω πέρι E.Fr.12M., cf. Ar.Ra.1433.

Greek Monolingual

δύσκριτος, -ον (Α)
1. δυσδιάκριτος
2. δυσερμήνευτος
3. αυτός για τον οποίο δύσκολα αποφασίζει ή κρίνει κανείς
4. (για αρρώστια) α) αυτός που δύσκολα καθορίζεται, αμφίβολος
β) αυτός που έχει επικίνδυνη κρίση, της οποίας η έκβαση είναι δυσδιάγνωστη.

Greek Monotonic

δύσκρῐτος: -ον, δύσκολος στο να διακριθεί, να ξεχωρίσει ή να ερμηνευθεί, ασαφής, σε Αισχύλ., Σοφ.· δύσκριτόν ἐστι, με απαρ., σε Πλάτ.· επίρρ. -τως, αμφίβολα, με ασάφεια, συγκεχυμένα, «σκοτεινά», σε Αισχύλ.· δ. ἔχειν, βρίσκομαι σε αμφιβολία, αμφιταλαντεύομαι, διστάζω, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

δύσκρῐτος: трудно различимый, трудно определимый, запутанный (ἄστρων δύσεις Aesch.; ὀνείρατα Aesch. и ὄψις Plut.): δύσκριτον ἔμοιγε, πότερον … Soph. недоумеваю, следует ли ….

Middle Liddell

δύσ-κρῐτος, ον
hard to discern or interpret, Aesch., Soph.: δύσκριτόν ἐστι, c. inf., Plat. adv. -τως, doubtfully, darkly, Aesch.; δ. ἔχειν to be in doubt, Ar.

English (Woodhouse)

δύσκριτος = intricate, obscure, difficult to understand, hard to decide, not clear

⇢ Look up "δύσκριτος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)