Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δᾳδηφόρος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: δᾳδηφόρος Medium diacritics: δᾳδηφόρος Low diacritics: δαδηφόρος Capitals: ΔΑΔΗΦΟΡΟΣ
Transliteration A: dāidēphóros Transliteration B: dadēphoros Transliteration C: dadiforos Beta Code: da|dhfo/ros

English (LSJ)

ον,

   A torch-bearing, epith. of κόρη, App.Anth.1.266c (Eleusis).

Spanish (DGE)

v. δᾳδοφόρος.

Greek Monolingual

δᾳδηφόρος, η (Α)
αυτή που κρατά δάδα (επίθετο της Περσεφόνης).
[ΕΤΥΜΟΛ. < δᾴς (δᾳδός) + -φόρος < φέρω. Το συνδετικό φωνήεν -η- οφείλεται σε μετρικούς λόγους (αποφυγή αλλεπάλληλων βραχέων
πρβλ. ασπιδηφόρος)].