Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

είσπραξη

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (AM εἴσπραξις)
συγκέντρωση, παραλαβή οφειλόμενων χρημάτων ή φόρων («είσπραξη σε είδος»)
νεοελλ.
το ποσό τών χρημάτων που εισπράχθηκαν («μέτρησε την είσπραξη»)
μσν.
συνέπεια ενός κακού, τιμωρία
αρχ.
στρατολογία.