Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εγγίζω

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

και αγγίζω και εγγιάζω και γγιάζω (AM ἐγγίζω)
1. είμαι κοντά, πλησιάζω
2. πλησιάζω το χέρι μου σε κάτι ώστε να ακουμπώ
3. (για χρόνο) πλησιάζω, κοντεύω («ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῡ», ΚΔ Μάρκ.)
μσν.- νεοελλ.
1. πλησιάζω ερωτικά
2. πειράζω, ενοχλώ, πληγώνω
3. ανήκω κάπου
νεοελλ.
1. δοκιμάζω, χρησιμοποιώ
2. παθ. προσβάλλομαι από δαίμονες, κακά πνεύματα
μσν.
1. αφορώ
2. παρακινώ, βιάζω
3. επηρεάζω
4. απρόσ. ταιριάζει, αξίζει
αρχ.
είμαι συγγενής, συγγενεύω.