Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εδανός

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

(I)
ἑδανός, -ή, -όν (Α)
(για το λάδι) εύγευστος, λαμπρός (πρβλ. και ηδανός).
(II)
ἐδανός, -ή, -όν (Α)
1. βρώσιμος, φαγώσιμος
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐδανόν
η τροφή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. εδ- του έδω].