Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εισόδημα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και σόδημα, το (Μ εἰσόδημα)
1. προϊόν που προέρχεται από την καλλιέργεια της γης
2. το σύνολο τών αμοιβών για παροχή υπηρεσιών και κερδών από ενοίκια, τόκους κ.λπ.